Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

«Είναι το σπίτι μου...» - Τα 1917 αδέλφια

Σε όποιο γήπεδο κι αν πάμε, τα σπάμε. Αλλά η πραγματική εξέγερση θα κάνει όλα τα τζάμια λαϊκή-κοινωνική περιουσία. Άντε να σπάσει το πολύ κάνα τζάμι στα Ανάκτορα από τον κανονιοβολισμό του Αβρόρα. Κάτι που δείχνει πόσο αιμοβόροι εγκληματίες είναι αυτοί οι μπολσεβίκοι, σε αντίθεση με τον εύθραυστο ψυχισμό των πορφυρόκωλων γαλαζοαίματων. Και την τρυφερή ψυχούλα του καπιταλιστή, που έγινε χίλια κομμάτια από την έκρηση στη Βιολάντα, την απώλεια της μονάδας -που ήταν ασφαλισμένη- και πέντε αναλώσιμων εργατριών. Πού να τον καταλάβετε, άπονοι...

Το δικό μας γήπεδο δεν είναι τα πάνελ, οι κάλπες και η Βουλή. Εκεί παίζουμε πάντα εκτός έδρας, σικέ παρτίδα με καθορισμένους όρους -χαμένος από χέρι αγώνας είναι μόνο οι σκιαμαχίες στο γυαλί. Για εμάς σπίτι μας είναι ο δρόμος και τραγούδι μας ο πόνος της εργατικής τάξης, κάθε καταπιεσμένου (ανεξαρτήτως χρώματος και σεξουαλικού προσανατολισμού, όπως είπε ο ΓΓ). Όποιου τρέμει από οργή και ψάχνει το χέρι μας να σηκωθεί.

Καμιά φορά οι συνθήκες είναι αντίξοες. Ο αγωνιστικός χώρος βαρύς και τα αγριογούρουνα τρώνε αμάσητες τις αηδίες που τους πλασάρει η προπαγάνδα, σαν σανό. Μόνο εκεί όμως (στον δρόμο, που είχε και γράφει τη δική του ιστορία) μπορούμε να δούμε νίκες και τίτλους -σε βάθος χρόνου. Γιατί εκεί ο θεατής γίνεται παίκτης και κάνει πράξη το όραμα του σφου με το μουστάκι (για το ποδόσφαιρο και τις κερκίδες). 22 να βλέπουν και χιλιάδες να παίζουν μπάλα, παίρνοντας τις τύχες στα πόδια τους. Δε με νοιάζει απαγοήτευση -sic- αν νιώσω, αφού ξέρω πως έπαιξα και εγώ.


Αλλά η πρωτοπόρος ομάδα της τάξης μας χρειάζεται και μια έδρα -για να συνεδριάζουν τα όργανά της, για τα συνέδριά της -που είναι το ανώτερο όργανο- κτλ. Όχι για να αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού και από καθέδρας τον λαό, αλλά για να αποκτήσει και αυτός το δικό του σπίτι. Και να γίνει το κόμμα ένα με τους αγώνες του, όπως στην απεργία των διανομέων, που η Αλέκα και άλλα στελέχη κατέβηκαν στον δρόμο και τους έκαναν τιμητικό διάδρομο (pasillo), όταν περνούσαν από την Ηρακλείου.

Κι αν ήμασταν οπαδοί, θα συγκινούμασταν με τα «πέτρινα χρόνια», που είχαμε αποβληθεί από το πρωτάθλημα ή παίζαμε σε δανεικές έδρες για τα συνέδρια. Οι απέναντι θα μας έκαναν καζούρα -μια ζωή 5%- και θα μας χτυπούσαν πως το κράτος αγόρασε το ιστορικό κτίριο στην Μπουμπουλίνας. Κι εμείς θα απαντούσαμε για τα ξενέρωτα συνέδριά τους, όπου ψηφίζεις με ένα δίευρω και κληρώνουν τους εκπροσώπους -λες κι είναι τηλεπαιχνίδι. Και για τις ανώνυμες πολιτικές εταιρίες τους, κρατικοδίαιτες αλλά γεμάτες χρέη, που ζηλεύουν ένα κόμμα με λαϊκή βάση και χρηματοδότες, και με επαγγελματικά στελέχη που παραμένουν ερασιτέχνες (εραστές της τέχνης της επανάστασης) και προσφέρουν ανιδιοτελώς, χωρίς να θέλουν αξιώματα. Γιατί το ΚΚΕ είναι mes que un partido (κόμμα, αλλά και παρτίδα ποδοσφαίρου). Και η παρτίδα μας δεν παίχτηκε ακόμα...

Σήμερα ήταν η έναρξη των εργασιών του 22ου Συνεδρίου, οπότε ίσως χρειαζόταν ένα διαφορετικό κείμενο.
Πχ κάποιες σημειώσεις για τις Θέσεις. Αλλά γι’ αυτό υπάρχει συγκεκριμένο πλαίσιο και η κε του μπλοκ το έκανε εκεί που έπρεπε. Σημειώνω μονάχα την αναφορά στο πρόβλημα των εξαρτήσεων, που αγγίζει και αρκετά μέλη, κάτι που δείχνει ίσως την έκτασή του αλλά και τη διάθεση να αντιμετωπιστεί δραστικά, χωρίς να μπει κάτω από το χαλάκι.
Εκτός από την εξάρτηση, υπάρχουν και οι εξαρτήσεις.

Ή εναλλακτικά μια αποτίμηση του πλούσιου Προσυνεδριακού Διαλόγου, με τις σχεδόν 300 επιστολές, που είναι ίσως ό,τι πιο ενδιαφέρον μπορεί να διαβάσει κανείς, και θα ήταν ακόμα περισσότερο, αν κάποιοι σφοι δεν ένιωθαν (υπο)χρεωμένοι να γράψουν κάτι, χωρίς να έχουν εσωτερική ανάγκη και κίνητρο να το κάνουν. Αλλά αυτό απαιτούσε αρκετή δουλειά και χρόνο, και ομολογώ πως το παρέκαμψα τεμπέλικα, σα Σπαρίλας, για το αόριστο μέλλον -κάπου πριν τη Δευτέρα Παρουσία.

Ή μια σταχυολόγηση από τα χαιρετιστήρια μηνύματα για το Συνέδριο και τις εξωτικές παρουσίες, με τα πολύχρωμα σήματα και τις εξίσου εξωτικές θέσεις, όπως της δομινικανής «Δύναμης της Επανάστασης», που βαδίζει ενάντια στον «αποκλειστικά μονοπολικό κόσμο των ΗΠΑ», και είτε ρίχνει έμμεσες μπηχτές ή δεν κατάλαβε καν τι και σε ποιον έστειλε -σαν μεθυσμένο, νυχτερινό μήνυμα.

Ή μια ιστορική αναδρομή στα προηγούμενα Συνέδρια. Και μια δημοσκόπηση «διαλέξτε το αγαπημένο σας» ή το πιο σημαντικό. Όπου αντικειμενικά η πλάστιγγα γέρνει στο 13ο -και εναλλακτικά στο 7ο, με Ζαχαριάδη αρχηγό. Αλλά τα τρενάκια θα ψήφιζαν το 15ο και το 19ο. Αλλά τα πιο ωραία συνέδριά μας δεν τα έχουμε κάνει ακόμα. Και οι χρονολογίες για τα τρία έκτακτα -στη δεκαετία του ’20- θα ήταν η τελευταία ερώτηση στον Εκατομμυριούχο ή το τέταρτο διαβαθμισμένο θέμα στην Ιστορία Δέσμης.

Ή ένα χρονογράφημα από την εκδήλωση στο Γαλάτσι, τις σημαντικές παρουσίες (όπως η Μάγδα Φύσσα) ή κάποιες εκπλήξεις. Τις εντυπώσεις από το θεατρικό «Μανιφέστο» και το πολύ προσεγμένο βίντεο στην έναρξη, που είχε άκρως συγκινητικές στιγμές -όπως τον Χαρίλαο στο 11ο συνέδριο να λέει ουσιαστικά πως κινήματα-κόμματα υπήρξαν πολλά, ΚΚΕ όμως ένα (να το δείτε οπωσδήποτε). Ή από την παρουσίαση της εισήγησης -της πρώτης, νομίζω, που μεταδόθηκε ζωντανά, μετά από το εμβληματικό 13ο (το μόνο όπου δε χωρούσαν κλισέ, αλλά κολλούσε γάντι η φράση «με επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του»).

Κι ίσως κάτι για την έδρα του, που ο Παπούλιας της Ελευθεροτυπίας την ανέφερε σαν «το πιο κρύο από όλα τα παγωμένα κτίρια», ιδανική εισαγωγή για νουάρ ή άρλεκιν, όχι όμως για ρεπορτάζ πολιτικού συντάκτη. Ένα κτίριο με σοσιαλιστική, δωρική λιτότητα και πρωτοποριακά στοιχεία στην ακουστική της κεντρικής αίθουσας, που ανοίγει κατά καιρούς τις πόρτες του για ξεναγήσεις σε δημοσιογράφους, για να βεβαιώσει τους εφιάλτες των αστών για τα όπλα που είναι κρυμμένα στα υπόγεια του Περισσού από τον εμφύλιο. Κι αν ήμασταν όντως οπαδοί -που δε θέλουν στη ζωή να κυβερνήσουν- θα είχε μια επιγραφή του (νέου) τύπου: This is Perissos. Ή να φωνάζαμε συνθήματα «Τσίπρα θυμήσου το ’91...» κτλ. Αλλά τίποτα δε συγκρίνεται με το σύνθημα «Ζήτω ο Μαρξισμός - Λενινισμός» και «Προλετάριοι Όλων των Χωρών Ενωθείτε», στη γαλαρία της αίθουσας.

Αυτά όμως είναι λίγο-πολύ γνωστά. Αυτό που δεν ήξερα μέχρι πρότινος είναι ψάχνοντας οδηγίες για το «Σπίτι του Λαού» στο Google Maps, πέφτεις πάνω στο αλάνθαστο λαϊκό κριτήριο και τις αξιολογήσεις του κοινού, σαν να ήταν ταβέρνα «τα (191)7 αδέρφια». Και εκεί μπορείς να βρεις τα πάντα.

Κακιασμένα σχόλια για «μπίχλα» και «σκουπίδια», που βρωμάνε φασισμό από χιλιόμετρα. Ένα άλλο που το περιγράφει ως «εκφοβιστικό και ψυχρό κτίριο» (Παπούλια, εσύ;). Ένα άλλο που μας λέει λακωνικά «δε θα το συνιστούσα» -ίσως γιατί του έπεσε βαρύ το φαγητό ή το 57-53 της Αλέκας στον Δραγασάκη. Ένα που λέει πως είναι «φρούριο με κάγκελα», όπου «μέσα λίγοι μπαίνουν» και ένα άλλο ότι «είναι κλειστό για τα μέλη της μη αίρεσης».
Κι αν βγάλεις την αντικομμουνιστική ξινίλα, μένει μια μουσμουλιά καμαρωτή, γιατί κανένα άλλο κτίριο δεν ανοίγει τόσο συχνά τις πύλες του στο κοινό, για εκδηλώσεις, συναυλίες, μέχρι και χριστουγεννιάτικες γιορτές. Νομίζω πως και τα ΑΣΚΙ στην Κουμουνδούρου είχαν κάποτε ένα «παζάρι βιβλίου» -αλλά τους είχε μείνει συνήθεια το ξεπούλημα, γι’ αυτό...

Αυτά τα σχόλια, όμως, είναι μια θλιβερή μειοψηφία. Κι αν εξαιρέσεις τους βαλτούς των ανταγωνιστών -που θέλουν να μας ρίξουν τη βαθμολογία- ή ένα σχόλιο που τροποποιήθηκε (!) -σαν αυτούς του 15ου, που «είχα μια δυσάρεστη εμπειρία, μετά από χρόνια», «έχετε χαλάσει την ποιότητα» και «πρέπει να αλλάξω την αξιολόγησή μου», η μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία ανα-γνωρίζει πως η έδρα της ΚΕ είναι πεντάστερη, σαν το κόμμα της -αλλά όχι την κινέζικη σημαία, που κρατά μόνο τα σύμβολα χωρίς αντίκρισμα. Ούτε σαν αυτή με την άγκυρα-σφυροδρέπανο που άφησε κάποιος ως αξιολόγηση...


Κάποιοι εκθειάζουν το «πανέμορφο, υπέροχο κτίριο», που «δεσπόζει στην περιοχή», «το κάνεις χάζι από τον συρμό», «είναι φτιαγμένο από τον λαό» και «δείχνει τι είναι ο σοσιαλισμός μπροστά σε ένα σύστημα παρακμής» -τον καπιταλισμό, για όσους τυχόν δεν κατάλαβαν- ενώ «φωτίζει όλη τη λεωφόρο Ηρακλείου». «Αυτά μ’ αρέσουν!», προσθέτει ένας αμερόληπτος σχολιαστής. «Είναι το καλύτερο» συμπληρώνει αντικειμενικά ένας άλλος. Και όλα αυτά το κάνουν να «είναι το σπίτι μου», όπως λέει ένας σφος, που δεν ανήκε ποτέ στους κομματικά άστεγους.

Οι περισσότεροι βέβαια αξιολογούν θετικά τους σφους του κόμματος, ένα κόμμα «αρχών και πανανθρώπινων αξιών», για το οποίο «τα πέντε αστεράκια είναι λίγα», καθώς «μόνο αυτό μπορεί να οδηγήσει τη χώρα έξω από την αέναη κρίση της, να καταπολεμήσει τη φτώχεια, την ανεργία και άλλες φρικαλεότητες κοινές στις καπιταλιστικές χώρες», ενώ «παρά τις διώξεις και τις καταπιέσεις που υπέστη, στέκει στο δρόμο για μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα». Με δυο λόγια «ένα περήφανο κόμμα, σε ένα επιβλητικό κτίριο».

Παρόλα αυτά, υπάρχουν κάποια παράπονα, από κάποιους που πήραν σοβαρά το ζήτημα της αξιολόγησης, για το περσινό φεστιβάλ, καθώς «οι λουκουμάδες στη λαϊκή σκηνή είχαν απίστευτη αναμονή. Περπατήσαμε μέχρι την κεντρική και εκεί με λύπηση μάθαμε ότι τελείωσαν. Θέλει καλύτερη οργάνωση στο επόμενο». Εκτιμά, ωστόσο, την προσπάθεια και δεν αφαιρεί κάποιο αστεράκι από την έδρα της Κετουκε.

Το άλλο σοβαρό παράπονο που εκφράζει ένας σφος, χωρίς να πέφτει στο λάθος της λαθολογίας, αφορά το μοναδικό λάθος που έκανε το ΚΚΕ και γενικά ο κομμουνισμός, καθώς «έπρεπε να στείλει στα γκουλακ -sic- όλα τα οπορτούνια να ξεβρωμίσει ο τόπος και να ξεκαθαρίσει το τοπίο στα Κομμουνιστικά Κόμματα και να ανθίσει η ανθρωπότητα...». Το κατάλαβαν ευτυχώς, όπως μας λέει, και έτσι «η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει για το ΦΩΣ, τον Σοσιαλισμό - Κομμουνισμό». Κρίμα που δεν έκλεισε όμως με το κλασικό ντουέτο της Βάσιας με τον Γαρδέλη.

Αλλά την καλύτερη απάντηση την δίνει μάλλον ένας άλλος χρήστης που έπιασε το νόημα, ποστάροντας τους γνωστούς στίχους, με το βαθύ νόημα -αν δεν προσέξεις, το έχασες.

Αραμπάδες και καρούλια/ Ραπανάκια και ζουμπούλια/ μια παντόφλα στο κρεβάτι/ βάσανα που έχει η αγάπη/ Ωραία που είναι η Λιβαδειά/ χωρίς καμιά αιτία. Τόση ψυχεδέλεια!

Με το οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει. Αν και η Λιβαδειά είναι όντως πολύ ωραία, για όλους τους λόγους του κόσμου, σε αντίθεση με τη Θήβα, που υποφέρει από την κατάρα του Μακεδόνα Αλέξανδρου και τιμωρείται για τις παλιές αμαρτίες της -αν και αυτό ίσως το δούμε σε άλλη ανάρτηση.

Δεν ξέρω αν είχε κανείς αμφιβολία, αλλά η έδρα της ΚΕ έχει με διαφορά την καλύτερη βαθμολογία (4,3 μέσο όρο) από άλλα αστικά κόμματα. Δηλαδή το 3,1 της Κουμουνδούρου, το 3,7 της Χαριλάου Τρικούπη και το 4,0 της ΝΔ και του Μοσχάτου, που έχει πολλές θετικές αξιολογήσεις από bot, αλλά ξεσηκώνει αντιδράσεις από έγκριτους κριτές, όπως στο ακόλουθο σχόλιο.

Ό,τι χειρότερο σε εξυπηρέτηση. Ό,τι χειρότερο σε συμπεριφορά προσωπικού. Ό,τι χειρότερο σε στάση, απέναντι στον πελάτη. Βέβαια υπάρχουν και χειρότερα: Σκεφτείτε να ήταν κόμμα και να... διεκδικούσε και την ψήφο μας.

Ευτυχώς το ΚΚΕ είναι το καλύτερο σε συλλογικές εξυπηρετήσεις, που δεν αφορούν το βόλεμα. Διεκδικεί πολύ περισσότερα από την ψήφο μας. Και αν κάποιος δεν αρκείται στο αλάνθαστο λαϊκό ένστικτο, για να το εμπιστευτεί, μπορεί να δει και τις εργασίες του συνεδρίου του, για να αντλήσει περισσότερα επιχειρήματα.

Υστερόγραφο

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Κάποτε ήταν ένας blogger που τον έλεγαν «Σπίτι του Λαού», αλλά δεν ήταν αυτό που νομίζαμε. Έκανε ρίμα με το «Εσωτερικού», ήταν Ναρίτης και πήγαινε ως συντάκτης του «ΠΡΙΝ» στις συνεντεύξεις της Αλέκας, για να...

ΣΤΟΠ! Όχι, είναι πολύ καμένη παρέκβαση. Ίσως άλλη φορά, τιμωρία για τους μερακλήδες σφους που έχουν μαζοχιστικές τάσεις και χάνουν επίτηδες την μπουκίτσα τους...

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Πάντα δικός σας, σύντροφοι...

Αυτό το κείμενο η κε του μπλοκ το είχε εδώ και χρόνια «γραμμένο» και αποθηκευμένο σε κάποιο συρτάρι του μυαλού της, τώρα βρήκε απλώς την αφορμή να το περάσει στο χαρτί -και τις οθόνες. Και δε θα άλλαζα τίποτα επί της ουσίας, αν δεν είχε πεθάνει ο Ρούσης. Ίσως θα έπρεπε να το ανέβαζα όσο ζούσε -για να έχει πχ δικαίωμα να απαντήσει, αν ήθελε. Έκρινα πιο «δεοντολογικό» να το αργήσω, για να μην κακοκαρδίσει έναν σφο που φεύγει, διατηρώντας την καρδιά και τα πείσματα ενός μικρού παιδιού, που ακροβατούσε διαρκώς μεταξύ της νιότης του κόσμου και της παιδικής της αρρώστιας -όχι πάντα επιτυχώς. Και δε θα θύμωνε -αν και εφόσον το διάβαζε- γιατί είναι δηκτικό κείμενο που του λείπει η τρυφερότητα, αλλά γιατί είχε την τάση να σκαλώνει σε λεπτομέρειες και να διαγράφει όλα τα άλλα, με την ξεροκεφαλιά ενός παιδιού, που μπορεί να το ξεχάσει σε πέντε λεπτά ή να το θυμάται για μια ζωή.


Όλοι ήξεραν πως φεύγει. Πάλευε χρόνια με την κακιά αρρώστια και είχε ανεβάσει ο ίδιος στιγμιότυπα από τον άνισο αγώνα που έδινε και δε θα μπορούσε να κερδίσει, αλλά τον έστειλε πολλές φορές στην παράταση, κερδίζοντας χρόνο, ενάντια στα προγνωστικά. Εικόνες όπου ήταν εμφανώς καταβεβλημένος και έμοιαζαν με «μηνύματα από την άλλη πλευρά». Αυτό που δεν ξέραμε ήταν πως θα έφευγε λίγες μέρες πριν από την έναρξη του συνεδρίου, σα να έδινε μια τελευταία μάχη για να το προλάβει και αυτό.

Λίγα πράγματα είναι χειρότερα από επικήδειους που περιαυτολογούν. Κάνω μικρή βιωματική εξαίρεση, γιατί κολλάει σαν εισαγωγή -και την θυμήθηκα συνειρμικά χτες, διαβάζοντας την «Ψειρολογία» του Ηλία Πετρόπουλου. Τον Ρούση τον είδαμε σπίτι του, με το παπαγαλάκι του Κρεμλίνου και τη Ναντιέζντα (ίσως η πρώτη συστηματική σχολιάστρια του μπλοκ), που ανέλαβε φεμινιστικά να σερβίρει τους καφέδες. Μεταξύ άλλων, ο οικοδεσπότης μας έλεγε ότι ρωτούσε πιεστικά την Αλέκα πότε θα αποδεχτούν το βιογραφικό του στο Κόμμα και για το πετυχημένο (;) σχόλιο ενός αναρχικού, ότι η σχέση του με το ΚΚΕ είναι σαν της μύγας με τα σκατά: όλο πετάει να φύγει, τριγυρίζει στα πέριξ και όλο στα ίδια επιστρέφει.

Όλα αυτά μας τα έλεγε Γενάρη του ’09, ενώ είχε μεσολαβήσει ο καυτός Δεκέμβρης -και οι μέρες του Αλέξη- και μια δική του επιστολή για τη «σταλινική στροφή του κόμματος» στον προσυνεδριακό του 18ου (στο ίδιο φύλλο υπήρχε και άρθρο συνεργάτη από τον Μαυρουδέα...), που μετατράπηκε εν μέρει σε μια μικρή Ρουσολογία -και ο πρώτος που του απάντησε ονομαστικά ήταν νομίζω ο Σκαμπαρδώνης, που τον αποκάλεσε «μικροαστό διανοούμενο», πατώντας σε μια δική του παραδοχή. Παρόλα όσα, ο Ρούσης μας έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου πως ήθελε να οργανωθεί, γιατί πρακτικά συμφωνούσε σε όλα!

Λίγες βδομάδες αργότερα, δημοσιευόταν στην Ελευθεροτυπία ένα δικό του σημείωμα για το ΚΚΕ με τα «τρία σίγμα», που αν θυμάμαι καλά ήταν: σεχταριστικό, σταλινικό, συντηρητικό -ελέω Δεκέμβρη. Λίγους μήνες αργότερα, δήλωνε την εκλογική του στήριξη στο «ελπιδοφόρο εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ», που δεν ήταν τίποτα από τα παραπάνω, αλλά της έλειπε το Κάπα.

Κάνε λοιπόν τον κύκλο σου Οδυσσέα...

Μια δεκαετία και μια Οδύσσεια Ρουσιάδα μετά, πάλι στην Ιθάκη θα έβρισκε τον δρόμο του μοιραία, σχεδόν νομοτελειακά -κι ας μην υπήρχαν πια σιδερένιες τέτοιες. Κι αν φτωχική, σταλινική ή σκατά την βρήκε, δεν τον γέλασε. Ούτε δήλωση του ζήτησε (μόνο εκλογικής στήριξης), ούτε συγχωροχάρτι του έδωσε, ούτε άλλαξε γνώμη κάποια από τις δύο πλευρές για κάτι. Σε βαθμό που να απορείς αν ήταν σοβαροί ή προσχηματικοί λόγοι, ποιος είχε σκατά απόψεις και ποιος είχε τη μύγα και μυγιάστηκε.

Τα μακρά κύματα -και οι «χαμηλές πτήσεις»- της Ρουσιάδας προέβλεπαν μικρές κρίσεις και μετατοπίσεις, ανά δεκαετία περίπου. Έφυγε το ’89 μετά τον Συνασπισμό και τον Τζαννετάκη. Ξαναπροσέγγισε το κόμμα το ’99 με τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας, σα να μην πέρασε μια μέρα, σε έντονα φορτισμένο, αντινατοϊκό κλίμα: και πάλι δικός σας σύντροφοι

Είχε μεσολαβήσει μια εμβληματική τηλεοπτική εμφάνιση στον Ζούγκλα, στο πλευρό του Βασίλη Διαμαντόπουλου, με τον οποίο υπερασπίζονταν τα αυτονόητα μετά το Πολυτεχνείο του ’95 και το περιβόητο κάψιμο της σημαίας, με τον Μαρκάτο να θέλει να διαχωρίσει τη μορφή από περιεχόμενο της αντίδρασης και να πετάει το αμίμητο: μισό λεπτό, πρέπει να πάμε με στάδια! Τελικά πήγαν στο δικαστήριο, όπου οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι, έχοντας και τη στήριξη του ΚΚΕ -κι ίσως εκεί να έπεσε ένας πρώτος σπόρος για την επαναπροσέγγιση.

 

Η οποία μπήκε στο ψυγείο περί το ’09, όταν ο Ρούσης βεβαιώθηκε με πόνο ψυχής για τη σταλινική στροφή του ΚΚΕ, για να ξαναζεσταθεί τρεις και καλή, στα χρόνια της πανδημίας, με τον Γ.Ρ. να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της ΚΕ, διαπιστώνοντας θετικά βήματα, όπως ότι το ΚΚΕ ξεκόβει οριστικά από τη σοσιαλδημοκρατία (!) κι ότι προτίθεται να εκδώσει ένα βιβλίο του.

Ο Ρούσης τελικά θα προλάβει να εκδώσει δύο βιβλία από τη «Σύγχρονη Εποχή» και συμμετέχει τιμητικά στο Επικρατείας του ΚΚΕ. Ανακαλύπτει όμως τον μαγικό κόσμο των ΜΚΔ, πέφτει με τα μούτρα στον τοίχο του ΦΒ και εκτίθεται άσχημα και χωρίς φίλτρα, με ομοφοβικά σχόλια και απαράδεκτες αναρτήσεις. Κάποιοι του δίνουν σιωπηρά το ακαταλόγιστο, γιατί είναι στα τελευταία του, ενώ άλλοι κάνουν τον συνειρμό με τον Θάνο, τον Μίκη και άλλους, που πριν το τέλος είδαν το αληθινό φως και ήθελα να φύγουν από τη ζωή ως κομμουνιστές. Καλό είναι τα έχεις καλά με το κόμμα -κι ας μη σου δίνει πουθενά προσβάσεις, Σπύρο μου.


Ο Ρούσης είχε έναν παιδικό σχεδόν ζήλο και μια σειρά αντιφατικά στοιχεία. Είχε μάλλον δυτική παιδεία, λόγω σπουδών στο Βέλγιο, αλλά συνοδοιπορούσε πάντα με τον «ορθόδοξο μαρξισμό» -άντε και με τη βασική του, ανάδελφη αίρεση (ΝΑΡ). Είχε ανοιχτούς ορίζοντες και ανησυχίες (προς τον αναρχισμό, τη σκέψη του Γκράμσι, τμήματα του δυτικού μαρξισμού) αλλά μια παλιάς κοπής απολυτότητα και μπαγιάτικη νοοτροπία σε κάποια θέματα -πχ για τους ομοφυλόφιλους. Και είχε μια σειρά εμμονές, χαριτωμένες ή όχι τόσο -αλλά και ποιος δεν έχει στην τελική.

Η βασική από αυτές ήταν ο Ολυμπιακός. Άρρωστος γάβρος, με ανεξέλεγκτες αντιδράσεις, έδινε συχνά συνεντεύξεις στον Σινάνογλου στο «Φως», ενώ η τελευταία ανάρτησή του ήταν το «μια βραδιά στο Λεβερκούζεν» -για τη νίκη της ομάδας του στο ΤσουΛου- και ήταν από τις πιο κόσμιες που μπορούσες να βρεις στον τοίχο του. Είχε ωστόσο ενεργή συμβολή στον συλλογικό τόμο των «Θρησκευόμενων Κόκκινων Επιστημόνων» -που χάθηκε στην πορεία και έμεινε στη μέση ως εγχείρημα.

Βασικό του αντικείμενο ήταν η θεωρία του κράτους -από την αρχαία ελληνική δημοκρατία, ως τον Μακιαβέλι και το αστικό κράτος- ενώ θεματικές που τον απασχολούσαν ήταν η αλλοτρίωση, ο εργάσιμος χρόνος (ως μέτρο πλούτου στην κοινωνία του μέλλοντος), το πρόβλημα της μετάβασης στον σοσιαλισμό, η ενσωμάτωση της εργατικής τάξης, οι παράγοντες που διαμορφώνουν τη συνείδησή της, η αποδόμηση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και πολλά άλλα, παρεμφερή και μη.

Το πρώτο δικό του βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν από το «Στάχυ», Κομμουνισμός -τέλος ή αρχή της ιστορίας. Θυμάμαι μια βιωματική περιγραφή για το οικογενειακό πένθος στον θάνατο του Στάλιν -στο οποίο συμμετείχε ως πεντάχρονο παιδί- και τη δική του αυτοκριτική ματιά στις αποσκευές του παρελθόντος του. Παρόλα αυτά το βρήκα χρήσιμο, διαβάζοντάς το στον στρατό, ελαφρώς κλονισμένος από κάποιο βιβλίο του Μίσσιου, για να επανανοηματοδοτήσω -sic- την πίστη μου στο κομμουνιστικό ιδεώδες, που δεν είναι ένα απλό αίτημα για «μάσα» και αναδιανομή του πλούτου, αλλά ένα όραμα για την ελεύθερη, δημιουργική δραστηριότητα του ανθρώπου, την ανάπτυξη της προσωπικότητας και της κοινωνικής ατομικότητας.

Προηγουμένως είχε βγάλει τέσσερα βιβλία από τη Σύγχρονη Εποχή.

Ένα βιβλίο για τη συμμετοχή των εργαζομένων, ως πεδίο ταξικής πάλης -στο πολιτικό πλαίσιο της εποχής και των αναλύσεων του κομμουνιστικού κινήματος, που διεκδικούσε εργατική συμμετοχή στις διοικήσεις δημόσιων οργανισμών.

Ένα όχι ιδιαίτερα προφητικό βιβλίο για το... διαλεκτικό δίπολο «Σοσιαλισμός και Περεστρόικα». Εκ των υστέρων είχε γράψει κάπου απολογητικά πως διαφωνούσε με την ανάλυση του Γκόρμπι για τα «οικουμενικά προβλήματα» χωρίς ταξικό υπόβαθρο, και αυτός ήταν ο λόγος που δε συμπεριέλαβε στο βιβλίο του κεφάλαιο σχετικά με τις διεθνείς σχέσεις, χωρίς αυτό να αναιρεί τον αρχικό ενθουσιασμό του για την... ανασυγκρότηση που κατέληξε σε διάλυση.

Μια μελέτη για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, που απαντούσε στη θεωρία του Βιτφόγκελ και τον αντιδραστικό παραλληλισμό του σοβιετικού σχηματισμού με την αρχαία Αίγυπτο των Φαραώ -όπου κυβερνούσε μια κάστα ειδικών, χωρίς να υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία στη γη. Μεστή και αξιόλογη -αν και δεν ξέρω πόσα σημεία της αναθεώρησε τα επόμενα χρόνια.

Και μια μελέτη για τον Λένιν και τη Γραφειοκρατία. Που την θυμάμαι για τα ενδιαφέροντα τσιτάτα της, κυρίως όμως για τη μαραθώνια συζήτηση που προκάλεσε στο τσαρδί του Άθλιου, με σεντόνια για γερά νεύρα, πολύ ελεύθερο χρόνο και διαδικτυακό πατατάκι -όπου συμμετείχε και η κε του μπλοκ, αλλά δεν έχει το κουράγιο να ξαναδιαβάσει κριτικά όσα έγραφε τότε.

Μες στη δεκαετία του ’90 κυκλοφορεί το κατά βάση αυτοβιογραφικό Out, που λογοτεχνίζει αρκετά και δε μοιάζει με κανένα άλλο βιβλίο του. Μου έχει μείνει μια γλαφυρή περιγραφή από την επιστροφή του στο νησί του (Κέρκυρα), όπου όλα του φαίνονταν μικρότερα, απ’ τα σπίτια μέχρι τις αποστάσεις. Και εγώ που νόμιζα πως ήμουν ο μόνος που το έπαθα, επιστρέφοντας κάποτε στη Σαλούγκα από την άθλια πρωτεύουσα.

Και μετά...

Ο Λόγος στην Ουτοπία. Ίσως το πιο δύσκολο-απαιτητικό βιβλίο του, όπου πιάνει βαθιές έννοιες, όπως η πραγμοποίηση και η αλλοτρίωση. Το βιβλίο του για τη «Σύγχρονη Επαναστατική Διανόηση» -από όπου άντλησε ο Σκαμπαρδώνης την ομολογία πως είναι μικροαστός διανοούμενος- που είχε πρόλογο της Αλέκας, να πιστοποιεί τις καλές μας σχέσεις τότε. Και το ο «Μαρξ γεννήθηκε νωρίς», που ο ίδιος θεωρούσε ως το ωριμότερο έργο του, όπου υποστήριζε πως η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της αυτοματοποίησης φέρνει πλέον την ουσιαστική υπαγωγή στις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής και καθιστά δυνατό το όραμα του Μαρξ και ένα σχετικά γρήγορο πέρασμα στην αταξική κοινωνία.

Ακολούθησαν μελέτες για τον Γκράμσι (και τις αντινομίες των ρεφορμιστικών του αναγνώσεων), τον απαιτούμενο Πόλεμο Θέσεων, τη σύγκρουση και τις ομοιότητες του Μαρξ με τον Μπακούνιν (!), τη σχέση μαρξισμού - χριστιανισμού (για το οποίο έγραψε και η Κανέλλη), για τον ελεύθερο χρόνο και τα βιβλία του από τη Σύγχρονη Εποχή, που ίσως επαναλάμβαναν ως ένα βαθμό προηγούμενους προβληματισμούς του, χωρίς να προσθέτουν κάτι καινούριο, αλλά είχαν ιδιαίτερη αξία ως εκδοτικό γεγονός, πρωτίστως για τον ίδιο.

Θυμάμαι τους Ομιλίτες να κρίνουν αυστηρά τον (κάθε) Ρούση, λέγοντας πως είναι άλλο να πιάνεις θεωρητικά ένα ζήτημα, παραθέτοντας τσιτάτα από σχετικά έργα, και άλλο να το εξετάσεις σφαιρικά, μεθοδικά, εφαρμόζοντας διαλεκτικές κατηγορίες του Χέγκελ (ουσία, φαινόμενο κτλ) και ψάχνοντας νόμους κίνησης. Με τόσο αυστηρά κριτήρια, βέβαια, οι πραγματικοί φιλόσοφοι ήταν ο Μαρξ και κάνα δυο ακόμα (Ιλιένκοβ, Βαζιούλιν), ενώ μάλλον κοβόταν ο Λένιν, που έγραφε σημειώσεις για τις μάζες και είχε πολύ οξυδερκείς επισημάνσεις, αλλά όχι αρκετό χρόνο για να τις αναπτύξει φιλοσοφικά.

Εγώ πάλι θεωρώ πως το έργο του Ρούση έχει ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο γιατί εντοπίζει καίρια ερωτήματα. Έχει περίτεχνο, μακροπερίοδο λόγο, που σου ξανασυστήνει την απόλαυση της ανάγνωσης. Έχει πλούσιες βιβλιογραφικές παραπομπές, που σου δίνουν έναυσμα να συνεχίσεις να ψάχνεις για όσα διάβασες. Είναι η καλύτερη εισαγωγή, για τους νέους σφους, σε μια σειρά ζητήματα -πχ τη θεωρία του κράτους. Έδινε πάντα κάτι παραπάνω στον Ρίζο με τα άρθρα του. Και επέμεινε να βγάζει θεωρητικές μελέτες και πολιτικές μπροσούρες, σε μια δύσκολη εποχή, που το είδος απειλούνταν με εξαφάνιση. 

Κι αν χάλασε κάπως ο ίδιος την υστεροφημία του πριν το τέλος, προκαλώντας αμήχανες σιωπές, αστερίσκους και χλιαρές ανακοινώσεις, τουλάχιστον άφησε πίσω του ένα σημαντικό έργο, που δεν είναι απλός ευφημισμός αν το αποκαλέσουμε «παρακαταθήκη».

Μακάρι να είχαν και άλλοι τον ζήλο και τη δημιουργικότητά του, να ήταν το ίδιο προσιτοί στους φοιτητές τους, και να είχαν τη δική του αμεσότητα-ευθύτητα, που είναι η βασική προϋπόθεση της ειλικρίνειας και η απόδειξη πως δεν μπορούσε -ούτε ήθελε- να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό του. Ούτε καν (για) τα αρνητικά του...

Υγ: Αρχικά σκεφτόμουν να βάλω στον τίτλο κάτι σαν «Ρούσης Out», παίζοντας με την αντίστοιχη αγγλική έκφραση και το βιβλίο του. Αντ’ αυτού παραφράζω απλώς μια δική του φράση, όταν ξανάσμιξε με το Κόμμα, το ’99.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο θάνατος διακοπές στα εργοστάσια πάει

Κι έγινε το έγκλημα συνήθειά μας...

Πέντε εργάτριες δε γύρισαν σπίτι τους, αλλά η ζωή συνεχίζεται. Η παραγωγή, τα κέρδη που στάζουν αίμα, τα εγκλήματα. Η ανάπτυξη συνεχίζεται, show must go on -κι εμείς κομπάρσοι της. Εξάλλου, όλα μες στη ζωή είναι -ακόμα και ο θάνατος. Όλα μες στη ζωή, δηλαδή τον καπιταλισμό, που είναι συνώνυμο του θανάτου και μας δίνει ψίχουλα για τη ζωντανή εργασία μας. Αλλά αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, η ζωή δεν είναι επιβίωση, η αναπαραγωγή του είδους μας και βασικά του κεφαλαίου.

Θάνατος είν' τα κέρδη που γεννιούνται
Σε στάχτες, κάτεργα και αποκαΐδια


Όταν η Μποφίλιου έλεγε «είμαστε με τον άνθρωπο», έπεσαν να την φάνε τα τρολ της κυβέρνησης -ποιον άνθρωπο εννοεί κτλ. Και αυτή έδωσε πληρωμένη απάντηση, «εμείς είμαστε με τον άνθρωπο, ας πουν αυτοί με ποιον είναι, για να ξέρουμε». Λες τώρα να έμαθαν; Να απέκτησαν αυτογνωσία; Μετά το έγκλημα στα Τέμπη; Μετά τη Βιολάντα;

Εμείς μιλάμε για ανθρώπινες ζωές. Αυτοί για κέρδη και ζημιές. Θρηνούν για την επιχείρηση, δείχνουν ταξική αλληλεγγύη στον εργοστασιάρχη. Οι ζωές είναι παράπλευρες απώλειες, το έγκλημα δεύτερη φύση του συστήματος. Κι αν έχεις συνηθίσει το αίμα και τα «ατυχήματα», γιατί όχι και τον γύψο; Γιατί όχι τον φασισμό, με τις ναζιστικές συμμορίες και τον υπόκοσμο; Όσοι θρηνούσαν χτες τα ντουβάρια και τις μηχανές, είναι ταξικοί απόγονοι των κρυφο-δωσίλογων, που θρηνούσαν για τα θύματα των Ναζί επί Κατοχής. Αλλά όχι για τους εκτελεσμένους στο Σκοπευτήριο -κόκκινοι, σαν το αίμα τους που κυλούσε άφθονο στις κατηφόρες της Καισαριανής, ζητώντας εκδίκηση-δικαίωση.

Η δικτατορία της πολιτικής ορθότητας δεν τους αφήνει να εκφραστούν ελεύθερα. Να ρωτήσουν πχ πώς γλίτωσαν τόσοι εργάτες; Γιατί ήταν έξω για διάλειμμα και έβαζαν μέσα το αφεντικό -που δεν μπαίνει ποτέ μες στις μονάδες, αλλά απομυζά σαν παρασιτική μονάδα τον συλλογικό κόπο της τάξης μας, χωρίς την οποία γρανάζι δε γυρνά, και ούτε καν μπισκότα μπορούν να φτιάξουν.

Κι αν όλα αυτά τα ακούς από θεούς, αρχόντους, βασιλιάδες, ξέρεις πως τίποτα απάνθρωπο δεν τους είναι ξένο, δεν υπάρχει έγκλημα που θα τους κάνει να διστάσουν. Δε βρίσκουν λόγια παρηγοριάς, δε χάνουν ποτέ το ταξικό τους κριτήριο, μόνο καμιά φορά τη μιλιά τους -σαν τη Βούλτεψη, που κατάπιε τη φαρμακόγλωσσά της, με την ατάκα του Κατσώτη για τη μάνα της -δεν είναι αυτή που νομίζετε.

Αλλά αν αυτό περνάει στον απλό κόσμο, της δικής μας τάξης, στερεύεις από ελπίδα και λόγια, αποσύρεσαι στη σιωπή σου, σαν φόρο τιμής στη χαμένη ταξική συνείδηση και τα λοβοτομημένα σχόλια για «τα αγαπημένα τους μπισκότα» και μια «επιχείρηση-υπόδειγμα», που δεν είχε δώσει δικαιώματα -στους εργάτες.
Ραγιαδισμός, το κατώτερο στάδιο της απανθρωποποίησης, που σφραγίζει όλα τα άλλα.

Δεν είναι ανθρώπινη ζωή να «προτιμάς» νυχτερινή βάρδια για να δεις τα παιδιά σου στο φως της μέρας -και όχι όταν κοιμούνται. Δεν είναι ζωή το 13ωρο, τα σπαστά ωράρια, που σπάνε τη μέρα σου στη μέση -ενίοτε και την ίδια τη μέση σου-, τα κάτεργα, το λειψό σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, τα εργατικά «ατυχήματα» που ούτε καν καταγράφονται -πόσο μάλλον να καταγραφούν οι αιτίες τους, να εκπονηθούν μελέτες και σχέδιο αντιμετώπισης. Αν δεν έχει καταγραφεί, είναι σα να μην υπάρχει. Κι έτσι ευημερούν και οι στατιστικές και οι επιχειρήσεις -αλλά όχι ο άνθρωπος...

Ατυχήματα μπορεί να συμβούν. Αυτό που τα αναβαθμίζει σε εγκλήματα είναι η εγκληματική τους αδιαφορία να πάρουν στοιχειώδη μέτρα για να μην ξανασυμβούν. Η μίζερη διαχείριση του κόστους, επικοινωνιακού ή ανθρώπινου -γιατί ως τέτοιο μας βλέπουν-, ότι δεν έκαναν τίποτα απολύτως για να το αποτρέψουν, ότι περιμένουν απλώς να περάσει ο χρόνος για να ξεθυμάνει η οργή μας.

Μας λένε πως η αμνησία είναι μια ευεργετική ιδιότητα για τον άνθρωπο, που έτσι μπορεί να ξεπερνά τα έντονα τραυματικά βιώματα, για να μην τρελαθεί από τον ψυχικό πόνο. Αυτή είναι το επόμενο στάδιο, ως ακραία εκδοχή αυτής της λογικής, που μας θέλει χρυσόψαρα χωρίς μνήμη, για να μην αποκτήσουμε ταξική συνείδηση. Να μη συμπεραίνεις, να μην καταλαβαίνεις τίποτα, να είναι όλα σαν πρώτη φορά (Αριστερά), να πέφτεις από τα σύννεφα, για να αναληφθείς στο επόμενο «ατύχημα» στους ουρανούς που περιμένουν την έφοδό μας επί ματαίω.

Μας λένε ακόμα πως πρέπει να θυσιάσουμε κάποιες ελευθερίες προς όφελος της ασφάλειας -βασικά του συστήματος και της τάξης που κυβερνά. Αυτό που δε μας λένε είναι ότι συγχρόνως θυσιάζουν την ασφάλεια των εργατών προς όφελος της ελευθερίας των αφεντικών να τους εκμεταλλεύονται.

Αλλά δεν πρέπει να επικρατήσει σιγή νεκροταφείου για τα εργοδοτικά-κρατικά εγκλήματα, ούτε να γίνουν νεκροταφείο για την τάξη μας οι χώροι δουλειάς. Οργάνωση, αγώνας -αυτά είναι τα μόνα αντίδοτα για τον θάνατο. Αλλιώς στο εργοστάσιο πια δεν έχουμε ζωή, στη Δραπετσώνα (με τα καζάνια του θανάτου), στο Πέραμα, στη Γλυφάδα, στα Τρίκαλα στα δυο στενά (θα πάμε σαν Σακαφλιάδες στις Συμπληγάδες), μια ωραία πόλη με ευρωπαϊκό άρωμα, χαίρεσαι να σκοτώνεσαι στη δουλειά (στην κυριολεξία) ή να κρεμιέσαι στον φανοστάτη, χωρίς σώμα.

Κι αν σκάβουμε λάκκους, σαν τυφλοπόντικες, δεν είναι για να θάψουμε τους νεκρούς μας, αλλά τον γέρικο κόσμο της εκμετάλλευσης. Τον βρικόλακα της νεκρής εργασίας του κεφαλαίου που τρέφεται με ζωντανή εργασία -και με νεκρούς εργάτες.

Η ζωή συνεχίζεται, η φάμπρικα (του κέρδους) δε σταματά. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά κυλά μπροστά μόνο με αγώνα. Η ζωή είναι αγώνας -και όχι μόνο για επιβίωση. Η ζωή συνεχίζεται, αρκεί να μην είμαστε κομπάρσοι της, ακόμα και στον θάνατό μας, και να μη γίνουν συνήθειά μας τα εγκλήματά τους.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Της Ομόνοιας τα παιδιά - Στη σωστή πλευρά του Διχασμού

(Σημειώσεις για τον «εθνικό» διχασμό)

Τι έχει να μας προσφέρει η μελέτη ενός μακρινού ιστορικού κεφαλαίου όπως η περίοδος του «εθνικού» διχασμού; Πολλά και σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να βιώνουμε την παρακμή ενός συστήματος που σαπίζει και όχι μια παρατεταμένη belle epoque ή την αισιοδοξία των κατάμαυρων «happy 90’s» αλλά το συσσωρευμένο μπαρούτι στην τρέχουσα συγκυρία προκαλεί ανησυχητικούς (αν όχι ανατριχιαστικούς) συνειρμούς με τα προεόρτια του μεγάλου σφαγείου των λαών του ιμπεριαλισμού στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Σε εθνικό επίπεδο, η εφήμερη συνύπαρξη δύο διαφορετικών κυβερνήσεων σε Αθήνα (η επίσημη) και Θεσσαλονίκη (της Εθνικής Άμυνας) δεν παραπέμπει βέβαια σε κάποιο σχήμα δυαδικής εξουσίας (αν και υπήρξε επίθεση στα Ανάκτορα) που εμφανιζόταν την ίδια χοντρικά περίοδο στη Ρωσία. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, όμως, είναι η υλοποίηση μιας οπαδικής φαντασίωσης για τη ΛΔ του Βορρά, ενάντια στο «κράτος των Αθηνών». Το σύνθημα για τις «δύο Ελλάδες», ωστόσο, δεν είναι «αιχμάλωτο της Γεωγραφίας» -μονάχα της ταξικής πάλης και όσων δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους.

Για να βρεθούμε στη σωστή πλευρά του διχασμού, πρέπει να ορίσουμε σωστά τις διαχωριστικές γραμμές. Που δεν μπαίνουν στον γεωγραφικό παράλληλο των Τεμπών, για να χωρίσει τις Νέες Χώρες -όχι αν αυτές δεν είναι μέρος ενός Νέου Κόσμου, σοσιαλιστικού, ούτε γενικά από ένα «κόμμα των Τεμπών», που θα μπει πρωτοπορία στον αγώνα ενάντια στη διαφθορά. Και δεν είναι επιφανειακές, δευτερεύουσες, εσωτερικές -για τους φίλους απλώς «ένδο-», πχ ενδοαστικές ή ενδοϊμπεριαλιστικές, όπως στον Α’ Π.Π.

Αν θέλουμε νικηφόρα αποτελέσματα, πρέπει να παλέψουμε για την τάξη μας, όχι κάτω από ξένες σημαίες ή δίχρωμα κασκόλ. Και αν όλο το έθνος προσκυνά σώβρακα και φανέλες (γιατί δε θέλει στη ζωή να κυβερνήσει, αλλά να μείνει οπαδός φανατικός), το βασικό είναι να θυμόμαστε πως το δικό μας «έθνος», το εργατικό, δεν έχει τίποτα κοινό με το έθνος των εκμεταλλευτών, ούτε λόγους να πανηγυρίζει τις νίκες τους, όπως στα χρόνια του διχασμού, ενώ οι ήττες και οι καταστροφές έχουν πρωτίστως ταξικό πρόσημο, γιατί ούτε στη ζωή ούτε στον θάνατο είμαστε ίσα και όμοια.

(Αυτό το τελευταίο φαίνεται να το κατανοεί αρκετά καλά ο Θανάσης Σκρουμπέλος, αλλά υπάρχουν σημεία που σχεδόν το χαίρεται και το διασκεδάζει, διαπιστώνοντάς το βιωματικά στο γήπεδο -στα χρόνια της χούντας αλλά και αργότερα- όπως καταγράφεται τουλάχιστον στο βιβλίο του για «του Μπούκοβι την ομαδάρα» -μία από τις αξιόλογες εκδόσεις των «Κόκκινων Θρησκευόμενων Επιστημόνων», που ως εγχείρημα μάλλον βάλτωσε και χάθηκε στην πορεία. Και πάντως δε φαίνεται να δίνει τον τόνο στις κόκκινες κερκίδες, που θυμούνται το «Νo Politica», όταν δεν έχει άμεσο συμφέρον το αφεντικό τους).

Υπάρχουν διάφορες ενδιαφέρουσες ή «ενοχλητικές» και -γι’ αυτό- σχετικά άγνωστες στο ευρύ κοινό λεπτομέρειες από αυτήν την περίοδο. Πόσοι γνωρίζουν άραγε τι ήταν τα Ευαγγελικά (από την προϊστορία του Διχασμού) και ότι είχαν μάλλον γεωπολιτικό παρασκήνιο και υπόβαθρο, πέρα από τον συντηρητικό ζήλο του Μιστριώτη και των ομοίων του; Ή για το γεμάτο θεία δόξα και χάρη -αν και ανάμικτο με ειδωλολατρικά έθιμα- ανάθεμα στον Βενιζέλο και τη συνολική ενεργό εμπλοκή της Εκκλησίας στη διαμάχη; Ο ρόλος της τελευταίας ήταν ανέκαθεν πολιτικός, αν όχι μια μορφή εξουσίας -έξω από την κλασική αρίθμηση που τις διακρίνει, αντί να βλέπει την ενιαία ουσία τους- και θεωρείται τόσο δεδομένος, που δε θα ακούσει κανείς ποτέ κάτι υποκριτικό σαν το τετριμμένο «στο ποδόσφαιρο στην εκκλησία δεν έχει καμία θέση η πολιτική», όπως για άλλης μορφής σύγχρονα όπια.

Πόσοι θαυμαστές του Λευτεράκη (που έχει γεμίσει την επικράτεια δρόμους με το όνομά του και αγάλματα, που δε θα χρειαστεί να τα γκρεμίσουμε, λόγω της ομοιότητάς του με τον Βλαδίμηρο, προσθέτοντας μια τρίτη απρόσμενη ζωή στις δύο που ήδη έχει) γνωρίζουν άραγε ότι παζάρευε κυνικά πόλεις, νησιά και πληθυσμούς (σαν την Καβάλα και τη Λέσβο), προσδοκώντας ανταλλάγματα στη Μικρά Ασία, που βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος (του ίδιου, της τάξης του και πιο ειδικά των στρωμάτων της που εκπροσωπούσε); Κι είναι η άγνοια προϊόν της ιδιώνυμης -sic- ασυλίας που απολαμβάνει χάρη στην ιδιότητα του υποψήφιου «εθνάρχη», από τον οποίο κρατάμε τάχα και αναδεικνύουμε μόνο θετικά σημεία και «καλές σκέψεις»;

Τότε γιατί δε μαθαίνουμε πως επί Βενιζέλου καθιερώθηκε η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, θεωρητικά για να πάψουν να είναι έρμαια του ρουσφετιού και της εκάστοτε κυβέρνησης, που έφερνε τον δικό της πελατειακό στρατό; Και ότι η ήδη συντελούμενη (και όχι απλώς επιχειρούμενη, αν δεις πόσοι είναι οι μόνιμοι στο δημόσιο) άρση της μονιμότητας, θα φέρει μία ακόμα μεγαλύτερη στρατιά άχρηστους μετακλητούς, φτηνούς εργολαβικούς, πειθήνιους υποτακτικούς, άβουλους και επισφαλείς συμβασιούχους, χωρίς δικαιώματα, φωνή και σωματειακή εκπροσώπηση; Γιατί επιλέγουμε κάθε φορά από τον μπουφέ της ιστορίας εκείνα τα πιάτα που δεν προκαλούν δυσάρεστους συνειρμούς και χρήσιμα συμπεράσματα για την εποχή μας ή αλλεργίες στην τάξη που κυβερνά και επιλέγει τι θα μάθουμε.

Και πόσοι γνωρίζουν για τους Έλληνες του Γκέρλιτς και τους έλληνες στρατιωτικούς που οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Πρωσία/Γερμανία και κατηγορήθηκαν ως προδότες στην επιστροφή τους; Και για την παρουσία του Ρώτα, πολλά χρόνια προτού προσεγγίσει το ΕΑΜ και βρεθεί μια άλλη φουρνιά Ελλήνων στο Γκέρλιτς, αυτή τη φορά ως πολιτικοί πρόσφυγες; Υποθέτω ελάχιστοι.

Εδώ τελειώνουμε το σχολείο, χωρίς να γνωρίζουμε τα βασικά. Ότι δηλαδή είχαμε στρατιωτικό αποκλεισμό του Πειραιά (από Γάλλους και Βρετανούς), θανάτους από την πείνα, κανονιοβολισμό από θαλάσσης της Αθήνας και των ανακτόρων (προτού περάσει στην ιστορία το «Αβρόρα» για αντίστοιχους λόγους) και ωμό εκβιασμό για τον εκθρονισμό του Γερμανόφιλου Κωνσταντίνου. Που το λες και ωμή καταπάτηση εθνικής κυριαρχίας, αλλά η διπλή γλώσσα της εξουσίας είναι διεθνής, εύπλαστη και πολύ πλούσια (σε χρήμα και γενικώς), ώστε να κινηθεί ευέλικτα και να βρει τον κατάλληλο ευφημισμό για την περιγραφή των γεγονότων: πχ η σύλληψη του Μαδούρο για εμπορία-διακίνηση ναρκωτικών.

Και όλα αυτά παραμένουν ευρέως άγνωστα, χωρίς καν το «άλλοθι» ότι είναι εκτός διδακτέας και εξεταστέας ύλης, όπως το ΕΑΜ και ο ΔΣΕ στα δικά μου χρόνια, ή ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη χρονική απόσταση για να τα εξετάσουμε και να τα αποτιμήσουμε νηφάλια, όπως πχ η χούντα των Συνταγματαρχών. Είναι απλώς ξεχασμένες σελίδες της Ιστορίας, μπας και ξεχάσουν οι λαοί τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού.

Και τι μαθαίνουμε αντ’ αυτών; Την (δι)αχρονική, αν-ιστορική καραμέλα ότι οι Έλληνες θριαμβεύουν όταν είναι ενωμένοι (τα λιοντάρια παλεύουν σαν Έλληνες και οι χριστιανοί στην αρένα σαν ανθέλληνες, εξ ου και θεωρούνται οι πρώτοι κομμουνιστές, ενώ κάποιοι επιμένουν να ταυτίζουν τον κομμουνισμό με την «κοινοκτημοσύνη», ενώ διδάσκουν στον λαό την ακτημοσύνη, για να βρει τη μετά θάνατον ανταμοιβή). Αλλά μας τρώει σαν σαράκι η διχόνοια (που αποδίδεται και ως la zizanie στα γαλλικά -τυχαίο και αυτό;), που είναι η κατάρα της φυλής μας και είναι μάλλον βιολογικά-γενετικά καθορισμένη ή οφείλεται στον ανάδρομο Ερμή ή σε κάποιο συνωμοτικό σχέδιο αλλόθρησκων για να μας κρατάν διαιρεμένους και αδύναμους, πάντως σίγουρα δεν έχει κοινωνικές ρίζες και (ίσως για) λόγους ταξικούς.

Κι έτσι μπαίνουν στο μίξερ και το ίδιο σακί (του Αιόλου) όλα: από τον διχασμό μέχρι τον δικομματισμό στα χρόνια της (εν)Αλλαγής και από τις αποσιωπημένες εμφύλιες διαμάχες του ’21 (τους πολέμους εντός του πολέμου της Ανεξαρτησίας) μέχρι τον εμφύλιο και τη δεκαετία του ’40. Για την οποία φταίνε κυρίως οι ξένοι (το λέει και ο Βούλγαρης) και η μοιρασιά που έκαναν στη Γιάλτα, που δεν έγινε στη Γιάλτα αλλά στη Μόσχα, με τα ραβασάκια, χαρτάκια, μπορεί να ήταν και τραπουλόχαρτα και να μας έπαιξαν στο πόκερ, ή μια τράπουλα ΤΑΡΩ με χαρτομαντεία και να έφταιγε ο ανάδρομος Τίτο και οι συνθήκες που δεν είχαν ωριμάσει. Αλλά δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα.

Και να πώς φτάσαμε Έλληνας να τουφεκάει Έλληνα (τα έλεγε ο κυρ-Παντελής), ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι πώς φτάσαμε τελικά αστός να τουφεκίζει αστό το ’22. Αλλά αυτό θα το δούμε ίσως στο επόμενο μέρος -αν και εφόσον υπάρξει.

Θε μου πόση διχόνοια ξοδεύεις για να κρύψεις καλά την εθνική μας ομοψυχία και τις ταξικές αντιθέσεις στην πλατεία Ομονοίας -που κάποτε θα την πούμε Μπελογιάννη...

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ο μπάτλερ το 'κανε

Δύσκολα θα βρεθεί πιο βαρετό θέμα στην επικαιρότητα από το υπό διαμόρφωση (σαν τον πόλο των BRICs) κόμμα της Καρυστιανού. Ακόμα πιο δύσκολα θα αποφύγουμε τους εύκολους συνειρμούς με τους Απαράδεκτους και το ΚΟΛΑΝ (Κόμμα Λαϊκής Νοοτροπίας), τις αρχές και τις φρέσκιες ιδέες του: να το βγάλουμε Βλάσση; Είναι μάλλον τρίσκολο να ισορροπήσεις ανάμεσα στη σοβαρή κριτική, την αυθόρμητη χλεύη για τους θιασώτες του ΠΘΟ και τον σεβασμό στους συγγενείς των θυμάτων και τον αγώνα τους που παραμένει αδικαίωτος -σαν την ταξική πάλη. Ή αλλιώς ανάμεσα στα τρολ της κυβέρνησης και τα εξαρτημένα αντανακλαστικά των οπαδών της Καρυστιανού, που θα στην πέσουν γιατί τόλμησες να την βάλεις στο στόμα σου, είσαι γνήσιο δεκανίκι κοκ. Κι είναι πρακτικά αδύνατο να γλιτώσεις μια τοποθέτηση, όταν σε ρωτάνε ευθέως στην παρέα ή στο πάνελ, όπως έκαναν εμμονικά για τον Βαρουφάκη. Αλλά δεν είναι πολιτικά ορθό να πεις πως το πρόβλημα είναι όσα λέει νηφάλιος και ότι δεν έχει βρεθεί χάπι-θεραπεία για τον ναρκισσισμό.


Και δεν έχει βρεθεί ακόμα κομμουνιστής να αφήσει οτιδήποτε να πέσει κάτω -ούτε καν σε οικογενειακό τραπέζι. Αν τον ρωτήσουν για τον Βαρουφάκη, θα πει τη θέση του κόμματος ενάντια σε όλα τα ναρκωτικά και τα αστικά κόμματα που προωθούν τη νομιμοποίηση της κάνναβης. Αν πιάσουν κουβέντα για τον Καποδίστρια του Σμαραγδή, θα θυμηθεί ένα κείμενο της Αλέκας στον συλλογικό τόμο για το ’21, που τον έκρινε με τα μέτρα της εποχής του, ως αστό πολιτικό ηγέτη -και όχι ως αυταρχικό φασίστα, όπως ο μικρός φασαίος ανιψιός που θέλει να κάνει εντύπωση -αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης ανάρτησης. Και αν μιλήσουν για την Καρυστιανού, έχει μια ευρεία γκάμα επιλογών: ποιητική -για το παλιό που έρχεται ντυμένο σαν νέο, πολιτική -για τα προσωποπαγή κόμματα-κομήτες, ή πιο επιθετική -για τις ψεκασμένες πινελιές που σκιαγραφούν το προφίλ της.

Και αν πάει το θέμα στα αθλητικά; Το πολιτικό σύστημα είναι σαν τη Ρεάλ Μαδρίτης -τον σύλλογο του κατεστημένου, που ανέκαθεν ήταν ομάδα αρχηγών-ηγετών και ουδέποτε αρχών. Αν έχεις διάφορες καινοτόμες ιδέες, σαν τον Τσάμπι Αλόνσο, πρέπει να τις προσαρμόσεις στο σύστημα, αλλιώς σε τρώει η μαρμάγκα του Φλορεντίνο. Που δεν ιδρώνει το αυτί του απ’ τις αποδοκιμασίες -και λοιπές βαλβίδες εκτόνωσης του πόπολου. Και μπορεί να κάνει τη δουλειά του με κώνους σαν τον (εκάστοτε) Αρμπελόα, τον Σάντσεθ -ή τον Μητσοτάκη, για τους έλληνες ομολόγους του.

Ο Σάνκλι έλεγε πως η μπάλα είναι κάτι παραπάνω από ζήτημα ζωής και θανάτου, αλλά στην Ισπανία αυτές τις μέρες έχουν πολύ σοβαρότερα ζητήματα να τους απασχολούν. Το ζήσαμε και εμείς ως λαός και το καταλαβαίνουνε από πρώτο χέρι. From Greece to Spain, we feel your pain, που έλεγε και ένα οπαδικό πανό τις προάλλες. Όχι γιατί έχουμε κοινή, μεσογειακή (λαϊκή) νοοτροπία και αγανακτισμένους (estamos despiertos ya), ούτε γιατί έχουμε το ίδιο κακούς σιδηρόδρομους. Αλλά γιατί έχουμε τα ίδια κοράκια (με νύχια γαμψά), που βάζουν τα κέρδη τους πάνω από τις ζωές μας, με τον πιο κυνικό τρόπο, από την Ανδαλουσία ως τη Βαρκελώνη και από τα Τέμπη ως το Πέραμα και τη Γλυφάδα. Τα κοράκια αυτά δεν είναι πάντα μαύρα, αλλά με διάφορες αποχρώσεις, σαν τα (γαμψά) νύχια της Τζόινερ (που της χρησίμευαν για να ξεγελά τους ελέγχους για ντόπινγκ), τις οπαδικές κερκίδες και το αστικό πολιτικό φάσμα.

Και δεν είναι εύκολο να βρεις το πιο σιχαμερό αρπακτικό. Είναι άραγε τα δεξιά τρολ που σχεδόν πανηγύριζαν βλέποντας και σε άλλες καπιταλιστικές χώρες αντίστοιχα Τέμπη - κρατικά εγκλήματα; Ή τα «έγκριτα ΜΜΕ» της Κεντρο-αριστεράς, που επιμένουν στη γραμμή «αυτά μόνο στην Ελλάδα (του Μητσοτάκη) γίνονται» και σχεδόν πανηγυρίζουν για τους Ισπανούς. Που έχουν νεκρούς αλλά τουλάχιστον δεν έχουν μπάζωμα, γιατί κυβερνά ο «σοσιαλιστής» φίλος τους. Που δεσμεύτηκε να χυθεί φως στην πηγή του κακού, ενώ ο υπουργός του μιλά για «περίεργο ατύχημα», με ένα ολοκαίνουργιο τρένο και μια προσφάτως συντηρημένη γραμμή. Κι ας υπήρχαν βίντεο με τρένα που πήγαιναν τρέμοντας. Και ας είχαμε και άλλα «περίεργα δυστυχήματα», πριν καν βρεθούν και παγώσουν τα σώματα των θυμάτων στο Ανταμούθ. Κι ας είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως οι μηχανοδηγοί για τις δυσλειτουργίες του δικτύου.

Es una verguenza y me da verguenza, που θα έλεγε και μια ψυχή...

Λένε συχνά εκ του πονηρού πως η Καρυστιανού εκφράζει το «κόμμα των Τεμπών» και μια «μονοθεματική αντιπολίτευση». Τι θα έλεγε όμως το κόμμα της για τους νεκρούς στην Ισπανία, που συνδέονται ευθέως με τη «δική της» θεματική; Ότι φταίει η διαφθορά και τα μνημόνια; Κάποια σύμβαση που δεν υπογράφτηκε; Ή μήπως πρέπει να ψάξουμε τις αιτίες στις βάσεις της ΕΕ που αποθεώνει το κέρδος, ξεπουλά κοινωνικά αγαθά, ιδιωτικοποιεί οργανισμούς και ξεχαρβαλώνει δημόσιες υπηρεσίες; (Κι αν πιστεύεις το δεύτερο, πώς γίνεται να λες δημόσια ότι η Καρυστιανού κάνει την πιο σκληρή αντιπολίτευση -και να μην ξέρεις πώς να το μαζέψεις;)

Μια υποκριτική κριτική προς την Καρυστιανού είναι πως δεν έχει θέσεις (για το Ιράν, τους αγρότες, την οικονομία κτλ), πέρα από όσα λέει το «μέσα της», σε αντίθεση με την επαναστατική συνείδηση που έρχεται «απέξω» -αλλά πάντως όχι με πνευματικούς, ούτε με διανομή κατ’ οίκον, αν δε βγεις στον δρόμο. Και ότι θα την κρίνουν όταν διατυπώσει ολοκληρωμένες θέσεις -που «δεν έχει». Γιατί μάλλον δεν ήταν επαρκές πολιτικό στίγμα το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια στον Τριανταφυλλόπουλο και η κριτική μιας γιατρού στον εμβολιασμό. Και βασικά γιατί τους είπαν να λουφάξουν στη γωνία, για να μην μπουν στο κάδρο του σάπιου συστήματος που στοχοποιεί την Καρυστιανού -οπότε η αποδόμησή της γίνεται δια αντιπροσώπων (τρολ και δημοσιογράφων -καμιά φορά τα όρια είναι δυσδιάκριτα).

Το ΚΚΕ μπορεί να φταίει για πολλά (ή και όχι) και να το κατηγορούν για ακόμα περισσότερα. Κανείς δεν μπορεί να πει όμως ότι κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του, μαζί με τις θέσεις του. Ή ότι δεν έχει πολιτική -και μόνο- βάση η κριτική του. Μπορεί να λέει κάτι λάθος, δύσκολο ή μη δημοφιλές (από τα ομόφυλα ζευγάρια, ως την ΠΦΑ και το δημοψήφισμα του ’15), αλλά είναι κόμμα πολιτικό (σχετικά μαζικό, όπως λέει και η ΑΡΑΣ) και τα λέει τσεκουράτα, είτε πρόκειται για πρόσωπα (και ιστορικές προσωπικότητες), είτε για πολιτικά κόμματα, γεγονότα κοκ. Κι έχει τόση προσήλωση στις αρχές του, που επιμένει να μιλάει πολιτικά για τους πάντες: τον προϋπολογισμό της ΝΔ, τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ, το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, τις εξελίξεις στο εξωκοινοβούλιο. Κάνει κάθε φορά λόγο -σε εκτεταμένη αρθρογραφία στην ΚΟΜΕΠ και στον Ριζοσπάστη- για στρατηγική, ταξικό πρόσημο, διεργασίες και αναδιαρθρώσεις, αφηγήματα και αυταπάτες (πράσινη ανάπτυξη, οικονομία πολέμου κτλ).

Δε θα κρύψει την αλήθεια ή τις θέσεις του (κατά κανόνα συμπίπτουν) προσθέτοντας άλλη μια δυσκολία στις πέντε που σημειώνει σχετικά ο Μπρεχτ, δε θα διανθίσει με κορόνες τον λόγο και την κριτική του (πχ προδότες, γερμανοτσολιάδες και άλλα ηχηρά παρόμοια, που ακούγαμε τα ένδοξα χρόνια του αντιμνημονίου).
Από το ΚΚΕ μπορείς να περιμένει μόνο πολιτική κριτική -τίποτα λιγότερο ή περισσότερο. Και δε θα αλλάξει αυτή την προσέγγιση, είτε έχει απέναντι την Καρυστιανού, είτε το ΚΟΛΑΝ και τον Λεβέντη. Αυτοί είστε -και θα το ακούσετε κατάμουτρα.

Βασικά η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να προσέχεις, για να μην πεις πράγματα που θα μετανιώσεις και θα τρέχεις να τα μαζέψεις. Κι αυτό ισχύει περισσότερο για εμάς, παρά για το Κόμμα -αν και θα βρεθούν πολλοί πρόθυμοι να γενικεύσουν για να ταυτίσουν μια δική σου μουσμουλιά με το κόμμα που στηρίζεις.
Ποιοι είμαστε εμείς; Η βάση και ο περίγυρος. Και όσοι έχουν κοινό-επιρροές (εξ ου και influencer) στα ΜΚΔ και ανάγκη να πουν για όλα κάτι -κλασική παιδική αρρώστια του ιντερνετισμού, που δε λύνεται με μαχαίρι, αλλά με διάφορα λάθη που συγκροτούν σταδιακά την πείρα μας. Και τούτες τις μέρες, που ο άνεμος και η βροχή μας κυνηγά, θα βρει κανείς μια σειρά ενδιαφέρουσες επιστολές στον Προσυνεδριακό Διάλογο, που μιλάν για τα ΜΚΔ και την καλύτερη αξιοποίησή τους.

Εμείς βασικά είμαστε όσοι έχουν κουραστεί να βρίσκονται στο ίδιο έργο θεατές και κάνουν σποϊλεριές για τη συνέχεια. Αν πεις στο ευρύ κοινό, που δε σακουλεύεται τα υψηλά τα νοήματα, πως η Καρυστιανού είναι ακροδεξιά, είναι σα να λες στον διπλανό σου στο σινεμά «ο μπάτλερ το έκανε», στα πρώτα λεπτά του έργου. Γιατί είναι προφανές (ήταν δυο και ο ένας δολοφονήθηκε) και βαριέσαι να ξαναδείς το ίδιο έργο. Καλύτερα όμως να είσαι ο «σπαστικός της υπόθεσης» παρά να πέφτεις απ’ τα σύννεφα, σαν κάποιους από το αριστεροχώρι που πίστεψαν στην Καρυστιανού για να ρίξουν τον Μητσοτάκη και δεν είχαν δει την ανατροπή (plot twist) να έρχεται.
-
Μα δεν είχε δώσει ποτέ της δικαιώματα (πχ στο έμβρυο).

Όσο μιλάει η Καρυστιανού, εκτίθεται σε περισσότερους -για τις αμβλώσεις και γενικώς. Και «απαλλάσσει» κάποιους σφους από την ανάγκη να έχουν τακτ και αστική ευγένεια. Όχι όμως και από το καθήκον να ξέρουν από τακτική και από την αλληλεγγύη της τάξης μας. Γιατί ο αγώνας της παραμένει ιστορικά αδικαίωτος. Και δε θα δικαιωθεί με το κόμμα της Καρυστιανού, ούτε όμως χλευάζοντάς την.

Υστερόγραφο

Στην πραγματικότητα, το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν να κρατήσω κάποιο από τα προσχέδια, που να μην αναμασά τα προφανή και να μην καταλήγει στην ανακύκλωση, επειδή το ξεπέρασαν οι εξελίξεις. Και δε ζούμε σε τόσο ενδιαφέροντες καιρούς, όπως ο Βλαδίμηρος που άφησε ημιτελές το «Κράτος και Επανάσταση», για να κάνει πράξη το δεύτερο σκέλος -και να δει πως το πρώτο μέρος ήταν πιο σύνθετο από ό,τι στη θεωρία.

Οπότε ας περάσουμε τροχάδην μερικούς βασικούς άξονες.

-Δεξιός γάτος, αριστερός γάτος, το θέμα για το σύστημα είναι να πιάνει τα ποντίκια στη φάκα, με λίγο τυράκι ή και χωρίς δόλωμα, αν είναι εφικτό. Και αυτό είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας -και όσων υπόσχονται έναν άλλο εφικτό κόσμο, χωρίς ανατροπές.

-Αλλά όσοι αρνούνται το δίπολο «δεξιά-αριστερά», κατά κανόνα το κάνουν για να κρύψουν φασιστικές απόψεις -έχει αποδειχτεί και εμπειρικά. Και όσα κόμματα διατυμπανίζουν πόσο «αντισυστημικά» είναι, καταλήγουν να συμπληρώνουν και να στηρίζουν το σύστημα.
Η Καρυστιανού κατάφερε κάτι παραπάνω, κάνοντας τον Πλεύρη και τον Σπυράδωνη να μοιάζουν «φιλελεύθεροι», σε ένα κόμμα με θρησκόληπτη, συντηρητική βάση, που έχει ψηφίσει ενάντια στις αμβλώσεις.

-Όσο πιο νωρίς εκδηλωθεί η Καρυστιανού -και το ιδεολογικό της οπλοστάσιο-, τόσο θα ξεφουσκώνει δημοσκοπικά. Αλλά είναι αρκετά πιθανό να μπει στη Βουλή, που έχει πάντα αρκετό χώρο για ακροδεξιά κομματίδια και απειλεί να σπάσει το ρεκόρ του ’23, με (τελική) Λύση, Νίκη, Σπαρτιάτες, τη ΝΔ και τη Ζωή -που αρνείται επίσης τον διαχωρισμό αριστεράς και δεξιάς. Φαντάσου να μην ήμασταν και η «τελευταία Σοβιετία της Ευρώπης»...

-Και με ποιους θα στελεχώσει τελικά το κόμμα της; Φύγε ο ένας, διώξε ο άλλος, τελικά θα συνεργαστεί με τον Μητσοτάκη (τον καλό) και θα κάνει μια κυβέρνηση μουσικών, με Φοίβο, Φριτζήλα κτλ...

-Οι θέσεις της Καρυστιανού γέρνουν ακροδεξιά, αλλά το βασικό κοινό της θέλει απλά να ρίξει τον Μητσοτάκη και κινείται στο κέντρο, πέφτοντας από την αριστερή πλευρά του (ερωτευμένου) σύννεφου. Που ερωτεύεται αθεράπευτα αυταπάτες, εύκολες λύσεις, κάθε επίδοξο σωτήρα, μα πάνω από όλα την ανάθεση, για να μην αλλάξει τίποτα. Και αγνοούσε συστηματικά τόσες κόκκινες -ή μάλλον λευκές προς το κατάμαυρες- σημαίες.

-Η αγαπημένη μου κατηγορία είναι όσοι λένε πως η απήχηση της Καρυστιανού δείχνει πολλά για τη δική μας, τι αντιπολίτευση κάνουμε και πώς απευθυνόμαστε στις μάζες. Αλλά το βασικό που μας λέει αυτή η κριτική είναι για το δικό τους πολιτικό κριτήριο, που ψάχνει άλλοθι και καταφέρνει κάθε φορά να είναι στη λάθος πλευρά της Ιστορίας -στο πεζοδρόμιο και πίσω από το παραβάν.

-Ναι αλλά δε βλέπετε πως η στοχευμένη απαξίωση της Καρυστιανού βλάπτει τον αγώνα για τα θύματα των Τεμπών;
Ναι αλλά βλέπουμε πως τελικά τον βλάπτει η ίδια, επιχειρώντας το αντίθετο. Και ο δρόμος προς την κόλαση είναι συνήθως στρωμένος με καλές προθέσεις.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Τσάκα την τσαπού

Και ήρθε πάλι εκείνη η ώρα (και μέχρι να κουνήσω να το γράψω πέρασε), η επέτειος του θανάτου του Γράψα, που καλά αυτός χάθηκε νωρίς αλλά όχι πριν δει τον τοίχο στο βάθος του τούνελ. Και η σπορά που έμεινε, ο Μήτσος από το Φυσικό, μπορεί να είναι από τους (όχι ακριβώς) ανα-μετρημένους στα δάχτυλα που ονειρεύονται ένα άλλο ΜέΡΑ(25) ή να ιδιώτευσε πίσω από ένα λευκό παραπέτασμα του Καστανιώτη, αλλά δεν τον έπεισα να πει δημόσια τις παιδικές του αρρώστιες αναμνήσεις (ίσως τον πείσει η Νάντια να τα πει αλλού), πχ για το Λάντα της οργάνωσης, που νομίζω ήταν μπλε, σαν τα σφυροδρέπανα της Α3ΡΟΦΛΟΤ, και ποιος ξέρει πού να βρίσκεται. Τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνουν και για χαμόμηλο. Εδώ ο σφος Άβερελ έδωσε το δικό μας άσπρο Λάντα, με όλες τις εφημερίδες μέσα, σαν ελληνίδα μάνα που εγκληματεί στο παιδικό σου αρχείο, ύπουλο χτύπημα εκ των έσω -σαν του Εσ. στο κομματικό αρχείο. Θ.Ν.

Και να το κλασικό αφιέρωμα στην «ανταρσία της ΚΝΕ», που τουλάχιστον δεν ήταν ανορθόγραφη, με «υ» -σαν τον ύστερο καπιταλισμό του Μαντέλ και τα ύστερα του κόσμου-, ένα λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος -ή μήπως ήταν; Στο δικό μου μυαλό πάντως ο απογαλακτισμός του ’89 ήταν λιγότερο ηρωικός και αποφασιστικός από ό,τι τον αφηγούνται εκ των υστέρων, κάπως αντιφατικός, σχεδόν υποχρεωτικός (όταν καθαιρέθηκε το ΚΣ της ΚΝΕ) παρά συνειδητή επιλογή, όχι πολύ ωφέλιμος για την κρίσιμη σύγκρουση που ακολούθησε με τους Αναθεωρητές. Και πάντως μη αναστρέψιμος -όσοι ήταν να φύγουν ή να γυρίσουν το έκαναν μεμονωμένα στα χρόνια της κρίσης και τέλος. Και ψάξε να βρεις ποιος ήταν η Μπελούτσι -που εμένα ποτέ δεν ήταν του (νέου) τύπου μου- και ποιος (παρα)βίασε τις βασικές μας τις αρχές και τις σιδερένιες νομοτέλειες, που ως έννοια για κάποιους μεταλλαγμένους βρωμούσαν σταλινισμό και αιτιοκρατία.

Κι αν οι Ναρίτες είναι μεταλλαγμένοι Κνίτες, που γίνονται αγνώριστοι αν τους ταΐσεις μετά τα μεσάνυχτα του κόσμου αναρχία, αγνωστικισμό, οργανωτικό φιλελευθερισμό και άλλες πνευματικές τροφές που προκαλούν αλλεργία, σε καιρούς τεράτων και Γκρέμλιν, όπου ο Γκίζμο δεν είχε ακόμα γεννηθεί και η ιδεολογική ηγεμονία των 80’ς δε λέει να πεθάνει, οι Κομαπίτες είναι μεταλλαγμένοι Ναρίτες. Και εσύ μένεις με την απορία αν η μετάλλαξη της μετάλλαξης είναι σαν την αλλαγή της Αλλαγής και την άρνηση της άρνησης, διαλεκτική επιστροφή σε ανώτερο σημείο της ίδιας κόκκινης γραμμής, στην εξέλιξη της σπείρας που δεν εξαρθρώθηκε ποτέ. Και (αναρωτιέσαι) γιατί δε συγκροτείται ως ανάγκη των καιρών το ΟΑ.ΝΑΡ, στα χνάρια του ΟΑΜΕΡΑ που δε φτιάχτηκε ποτέ, για να καταγγέλλει τον ρωσόδουλο Σάββα και λοιπούς συνοδοιπορούντες. Και επίσης γιατί καμία γκρούπα δεν κατοχύρωσε ακόμα το «κομμουνιστική μετάλλαξη» στον τίτλο της, με σήμα τον Λισένκο.

Οπότε έχουμε τη μετάλλαξη, που είναι η μετάλλαξη της μετάλλαξης (την μετάλλαξη, ω μετάλλαξη), τη μετάλλαξη εις την νι, τον ξάδερφο του ανιψιού του παιδιού του γιου του Γκέκα, την επανανοηματοδότηση του κομμουνιστικού οράματος, τον επαναπροσδιορισμό της αλλαγής της αλλαγής, τον επανακαθορισμό του επαναπροσδιορισμού της μετάλλαξης. Και την ιδιότυπη βιολογία του εξωκοινοβουλευτικού βάλτου βιότοπου, που θα ανακηρυχθεί προστατευόμενος στην κοινωνία του μέλλοντος κι έχει ήδη πετύχει την πολυδιάσπαση του ατόμου και των λιγοστών πυρήνων του, απεμπλουτισμένων από μαρξισμό-λενινισμό.

Και τι νόημα έχουν όλα αυτά, σε τελική ανάλυση; Ίσως αυτό που δε βρήκε ο Λεωνίδας -που είχε καταγγείλει τους Λακεδαιμόνιους, που δεν είχαν προσκυνήσει τον κυρίαρχο εθνικισμό το ’92- ακούγοντας τις λεκτικές ακροβασίες του Ανδρέα. Τσάκα την τσαπού. Οε-οε...

Αλλά το όνομά μας είναι η ψυχή μας, όπως φώναζαν οι σύγχρονοι Μακεδονομάχοι. Και ήδη υπάρχουν διάφορες εκδοχές και επίδοξοι νονοί για το νέο εγχείρημα. Κου-Α (από το νΚΑ), Κομ-απ (γκετ-απ, στεντ-απ φορ γιορ ράιτ) και άλλες που απαντώνται σε ανακοινώσεις τρίτων, όπως Κ-ΑΠΕ (πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία, όπως στον Μαϊούνη) και Κομ-Απελ, που έχει κάτι από το φρέσκο αεράκι του Παρισινού Μάη και της Νέας Αριστεράς (του Χαρίτση).
-Κομαν τουταπέλ; -Ζεμαπέλ Κομαπέλ! -Κε μπελ! 


Μία από αυτές τις ανακοινώσεις ήταν της ΑΡΑΣ από την Ολομέλειά της, που έγινε πέρσι, αλλά το κείμενο της απόφασής της ανέβηκε χτες (τη μέρα της Ρόζας, του Χικμέτ και του παππού Κόκκαλη) στον ιστότοπο της ΛαΕ, για να μας κάνει σοφότερους και σίγουρα πιο χαρούμενους.

Σε αυτήν μπορεί να βρει κανείς τα πάντα -ακόμα και κομμουνιστές, όπως έλεγε ο Ραφαηλίδης για το Κόμμα. Πχ τη διαλεκτική σχέση του αντιοργανωτισμού και του αντικομμουνισμού. Τη συντηρητική στροφή στους πολιτικούς συσχετισμούς και πώς επηρεάζουν τον χώρο της Άκρας Αριστεράς -sic. Τη συνεπή στάση αρχών της ΛαΕ, αντίστοιχη με αυτή που είχαν στο τρίτο μνημόνιο, απεμπολώντας βουλευτικές και υπουργικές θέσεις -και τώρα μια θέση δίπλα στον Γιάνη, με το ένα νι και τις μηδέν έδρες. Τις μονομερείς ενέργειες του ΜεΡΑ25 -που τερμάτισε τη συνεργασία τους- και έναν μικρό κύκλο ανθρώπων του που υποτιμούσαν την κινηματική προσφορά της ΑΡΑΣ, πιστεύοντας πως θα έμπαιναν στη Βουλή χωρίς συμμάχους. Αλλά για αυτό πιθανόν να μην έφερε ευθύνη ο επικεφαλής του ΜέΡΑ25, μολονότι το σχήμα είχε προσωποπαγή χαρακτήρα χωρίς οργανωτικό ιστό.

Βρίσκουμε επίσης: Τη «σκληρή αυτοκριτική» της ΑΡΑΣ γιατί περιφρούρησε αποτελεσματικά το Πολυτεχνείο αλλά ίσως έπρεπε να ιεραρχήσει ψηλότερα την ενότητα του ΜέΡΑ25 και να εντάξει ευρύτερες μάζες στην περιφρούρηση. Μια εκ των υστέρων πληροφορία για την αναρχοαυτόνομη ομάδα που (τους) επιτέθηκε στο Πολυτεχνείο, μαχαιρώνοντας έναν φοιτητή, χωρίς άλλες δυσάρεστες συνέπειες (!) -πάλι καλά που δεν πάθαμε και τίποτα, όπως λέει το ανέκδοτο. Και τέλος μπηχτές για τον αριστερισμό της ΚΑΠΕ (ΝΑΡ) που διέσπασε την πορεία του Πολυτεχνείου στην Αθήνα και τα ΕΑΑΚ, ενώ τα βρίσκει με τους αναρχο-αυτόνομους. Καθώς και για τις επώνυμες περσόνες, που έχουν επαφές με μιντιακούς ομίλους και στοχοποιούν την ΑΡΑΣ -για ποιο Ζεύγος να χτυπάει η καμπάνα;

Κι αν κάποιοι έχουν την κούραση του Ρος, καθώς διαβάζει το 18σέλιδο γράμμα της Ρέιτσελ (μπρος και πίσω) και δεν έχουν αρκετή υπομονή για τις 40 εκτεταμένες παραγράφους-σημεία της Απόφασης, φροντ εντ μπακ, ένα σημείο μπρος - δυο σημεία πίσω, ας κρατήσουν τουλάχιστον το εξής: Κανείς δεν μπορεί να εκτοπίσει την ΑΡΑΣ, όπως θέλουν και ζητούν οι αναρχο-αυτόνομοι, αλλά είναι γελασμένοι. Γιατί; Γιατί η ΑΡΑΣ είναι μια σχετικά μαζική κομμουνιστική οργάνωση!

Οι κακεντρεχείς ίσως αμφισβητούσαν/θεωρούσαν σχετικό τον όρο «κομμουνιστική» ή και τον όρο «οργάνωση» -υπονοώντας πως λειτουργεί με όρους συμμορίας, που δε συνάδουν με την Αριστερά. Άλλοι ίσως αναρωτιούνται πώς ορίζεται αυτό το «σχετικά μαζική», για να βρουν την απάντηση στην αρχή της θέσης 16, σχετικά με το ΚΚΕ, που «παραμένει ένα σχετικά μαζικό κόμμα της αριστεράς».
Κι αυτή είναι μια νέα συμβολή της ΑΡΑΣ στη θεωρία της σχετικότητας, όπου οι ενέργειες κάθε οργάνωσης εξαρτώνται από τη μαζικότητά της ή μάλλον την κρίσιμη μάζα μελών που συγκεντρώνει την ώρα της μάχης με τον εχθρό -που δεν είναι ο ταξικός, αλλά δεν έχει σημασία, και στο γαλατοχώρι το ίδιο έκαναν.

Σχετικά, τα πάντα είναι σχετικά. Και για όλα αναδρομικά έρχεται η ώρα που πληρώνουμε, για αυτό και οι Αρασίτες κυκλοφορούν προσεκτικά με τον Δία, σαν ρωμαϊκή περίπολος στο δάσος του Αστερίξ, πάντοτε σε ομάδες. Ούτως ή άλλως όλα σχετίζονται διαλεκτικά και είναι απολύτως σχετικά -εξαρτάται τι στόχους και τι μέτρο σύγκρισης έχεις. Και κανείς μας δε γλιτώνει από τον αμείλικτο νόμο της σχετικότητας.

Τα πάντα ρει και σχεδόν ουδείς μένει, στον μαγικό κόσμο του εξωκοινοβουλίου. Οι περισσότεροι Ναρίτες που γνώριζε η κε του μπλοκ έχουν φύγει σε άλλες Πολιτείες (αναρχικές ή ρεφορμιστικές) και (μου) έχουν μείνει ο Άβερελ -που έδωσε μπιρ παρά το Λάντα, για να μην ξεχνιόμαστε- και το πολιτικό εκκρεμές του Βουρνούκιου, που δρα στο μουσικό του σχήμα σε συνθήκες κομμουνιστικής περικύκλωσης. Το Λαϊκό Στρώμα έχει πάντα μια θέση στην καρδιά του για το ΝΑΡ αλλά η ζωή το έριξε στα δίχτυα της ΑΡΙΣ και τις 50 αποχρώσεις της συνοδοιπορίας με το ΚΚΕ -μία για κάθε μέλος που ξέρει. Το ΝΑΡ παραμένει η σχετικά πλειοψηφούσα οργάνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που έχει χάσει τη δυναμική της, όπως η ΚΟΜΑΠ στους φοιτητές, όπου η ΑΡΑΣ διατηρεί μια σχετική ηγεμονία, όχι μόνο για λόγους ξύλου, και μια σχετική ανυπαρξία έξω από τα αμφιθέατρα.

Μίλα καθαρά, Απολίθωμα. Τι θες να πεις με όλα αυτά;

Θέλω να πω ότι ο Γιάγκος Δράκος πέθανε και αμέσως η Giant άρχισε να έχει οικονομικά προβλήματα και να μην πληρώνει τους εργαζόμενούς της -που όμως συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ και δεν τσιμπάνε το παραμύθι του καλού αφεντικού που νοιάζεται για το προσωπικό της εταιρείας. Αλίμονο σε όσους μένουν πίσω -και δεν έρχονται με την πρωτοπορία του κινήματος.

Υστερόγραφο

Ο βασικός λόγος που η κε του μπλοκ ξεκίνησε να γράφει ξανά συστηματικά στο μπλοκ είναι γιατί εδώ ένιωθα ελεύθερος να εκφραστώ και να γράφω αυτό που θέλω χωρίς να λογοδοτώ, να με ενδιαφέρουν οι ισορροπίες και τι θα πουν οι τρίτοι. Δε χρειάζεται να το σεβαστεί κανείς, απλά να το έχει υπόψη, όταν μπαίνει στο μπλοκ για να διαβάσει τα κείμενα. Ή (και) τα σχόλια. Τα οποία δεν είναι προσυνεδριακός διάλογος, για να έχουν πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλά μια μικρή παραμόρφωση (αντανάκλαση) της ζωής. Στην οποία παίζουν μπάλα όλοι -από φίλους, εχθρούς, ιδεολογικούς αντιπάλους, μέχρι έμμισθα τρολ. Στα σχόλια του μπλοκ μπορείς να βρεις τα πάντα -όπως θα έλεγε και ο Ραφαηλίδης...

Η αλήθεια είναι ότι με πιάνει συχνά το αντι-οργανωτικό μου (χωρίς στάλα αντικομμουνισμό). Η κε του μπλοκ λέει ό,τι θέλει να πει εισηγητικά κι η (όποια) κουβέντα γίνεται στα σχόλια δε χρειάζεται τη δική της συμμετοχή ή διεύθυνση, για να εξελιχθεί. Ούτε κάποιον διαιτητή ή παιδονόμο, για να μοιράζει αποβολές και ποινές. Αν κάποιο τρολ ή φασίστας γαμάει τη συζήτηση -που θα έλεγε και μια ψυχή-, θα υπάρξει παρέμβαση. Αφενός όμως αυτό θα είναι έσχατο μέτρο και σαν ομολογία «ήττας» -ότι δεν μπορέσαμε να το λύσουμε αλλιώς ή να το αγνοήσουμε και χρειάστηκε μια «κρατική» παρέμβαση ή η «αόρατη χειρ» (της αγοράς). Και αφετέρου, ένας κανόνας στο ποδόσφαιρο λέει ότι όποιος παίκτης ζητάει να πάρει κάρτα ο αντίπαλός του, καταλήγει να την παίρνει (και) ο ίδιος. Που δε θα το κάνω προφανώς, απλά το σημειώνω. Με την ελπίδα ή βασικά την πρόθεση να μη χρειαστεί περαιτέρω ανάλυση και να μην αναλωθούμε σε αυτό.

Πέραν αυτού, κάθε παρατήρηση δεκτή. Και βλέποντας και κάνοντας -και ας μη μου αρέσουν πολύ οι αυτοσχεδιασμοί, γιατί με πιάνει και το (φιλ)οργανωτικό μου πολλές φορές. Μια φορά κνίτης κτλ...

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η Βενεζουέλα ΔΕΝ κείται μακράν

-Καλή χρονιά είπαμε;
Όχι, γιατί δεν είναι και φάνηκε εξ αρχής. Και δεν πρόκειται να είναι, αν δεν κάνουμε κάτι για να το αλλάξουμε. Το ξέρουν καλά αυτό όσοι είναι στον δρόμο και παλεύουν να το αλλάξουν. Όπως στη διαδήλωση του Σαββάτου για την επέμβαση στη Βενεζουέλα -ποδαρικό για τις φετινές κινητοποιήσεις. Όπου είχαμε την ευκαιρία να αλλάξουμε ευχές για τον νέο χρόνο, όσο δεν αλλάζουν οι συσχετισμοί και οι συνθήκες για έναν νέο κόσμο, που δε θα έρθει με (προσ)ευχές αλλά θα φροντίσουμε εμείς γι’ αυτό.

Το Σάββατο είχαμε αρκετό κόσμο -κι ας μην είναι ποτέ αρκετός για αυτά που αντιμετωπί-ζουμε- και άμεσα αντανακλαστικά για τα δεδομένα ενός έκτακτου καλέσματος μερικών ωρών. Χρειάζονται, όμως, πολύ περισσότερα για να πούμε ότι κάνουμε κάτι ουσιαστικό. Ή έστω με υψηλό συμβολισμό, όπως για την Παλαιστίνη -με τον αποκλεισμό φορτίων προς το Ισραήλ από σωματεία- ή παλιότερα για τη Γιουγκοσλαβία.


Για κάποιους άλλους βέβαια η Βενεζουέλα κείται μακράν -όπως και η οδός Βενεζουέλας στη Γλυφάδα. Δεν είναι μόνο ο ωκεανός που μας χωρίζει από τον πάλαι ποτέ Νέο Κόσμο που χτίστηκε εποικίστηκε με τα παλιά-μπαγιάτικα υλικά της γηραιάς ηπείρου και ενός παρακμασμένου συστήματος που σαπίζει. Ούτε η ταξική άβυσσος (αριθμός μηδέν) που μας χωρίζει με τους κωλόχαρτους, που τώρα πανηγυρίζουν τον (ρωμαϊκό) «θρίαμβο της δημοκρατίας». Όσο μια θάλασσα πλατιάς και αδιαπέραστης αδιαφορίας, που πνίγει κάθε σκέψη, ανησυχία και διάθεση αλληλεγγύης.

Αυτής που έγινε θεμέλιο της δαπίτικης «ηγεμονίας» στα πανεπιστήμια, γιατί «δε γίνεται να διακόπτουμε το μάθημα με παρεμβάσεις για τις επεμβάσεις στη Γρανάδα και τη Νικαράγουα». Καθώς και της κυρ-παντελίδικης νοοτροπίας «μακριά απ’ τον κώλο μας και όπου θέλει ας είναι». Ακόμα και αν μιλάμε για φλόγες πολέμου στη γειτονιά μας, που είναι γεμάτη μπαρούτι. Ή για τον άστεγο και τη φτώχεια στο απέναντι πεζοδρόμιο, που δεν είναι μεταδοτική αλλά απειλεί τον ανθό της μονίμως μέτριας, μετρημένης και αποδεκατισμένης «μεσαίας τάξης», που προτιμά να μη βλέπει καν εικόνες από τα δικά της «προσεχώς». Καταναλώνει όμως αποχαυνωμένη εικόνες από μάχες, εισβολές και πραξικοπήματα, από κάθε γωνιά του πλανήτη, που δεν είναι επίπεδος και δισδιάστατος σαν τις οθόνες, που αμβλύνουν τις γωνίες, ούτε σαν την ενημέρωση που σπανίως είναι σφαιρική.

Μα ο ιμπεριαλισμός δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις, που μικραίνουν τις αποστάσεις (από κάθε γωνιά του πλανήτη) χωρίς ίχνος αποστασιοποίησης (μπρεχτικής και γενικώς) από την κυρίαρχη προπαγάνδα και αυξάνουν μόνο την απόσταση του τηλεοπτικού ποίμνιου από τον πραγματικό κόσμο. Τελικά όμως δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόσταση απ’ αυτήν που χωρίζει τον καναπέ του τηλεθεατή από τον δρόμο -ως πεδίο αγώνα και διεκδίκησης. Ο δρόμος κείται μακράν για κάθε κυρ-Παντελή, που προτιμά να πηγαίνει από το πεζοδρόμιο και τον καναπέ. Καναπές-πες κάτι θα μείνει στο τέλος στον πιστό τηλεθεατή.

Η ιστορική γνώση κείται μακράν.

Η επέμβαση στη Βενεζουέλα είναι ο Αττίλας στην Κύπρο -που του ξέφυγε ο Μακάριος αλλά έκανε κουρελόχαρτο το διεθνές δίκαιο. Είναι η γκανγκστερική απαγωγή του Οτσαλάν, που φέρει φαρδιά-πλατιά την υπογραφή-συνενοχή του ελληνικού κράτους. Είναι η περιφορά του αιχμαλώτου ως τρόπαιο -όπως κάπουε με τα κομμένα κεφάλια ανταρτών στους φανοστάτες. Είναι μια μορφή ωμής, μερικής κατοχής -όπως κάποτε στον Κριμαϊκό και τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και τον ένοπλο εκβιασμό εκ μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Είναι οι δωσίλογοι, οι Ναπάλμ, το «φερθείτε σαν σε κατακτημένη πόλη» στα Δεκεμβριανά.

Αλλά αν όλα αυτά τα επικρότησε -ή στην καλύτερη αποσιώπησε- μια τάξη δεμένη με την ομερτά του συμφέροντος, τι καταδίκη περιμένουμε σήμερα να ακούσουμε από το πολιτικό της προσωπικό;

Η Αμερική κείται μακράν.

Και οι ΗΠΑ μπορούν να επιβάλουν ανενόχλητες το νέο δόγμα Μονροέ, που ορίζει την αμερικάνικη ήπειρο ως την πίσω αυλή τους, όπου κανείς άλλος δεν έχει λόγο ή ανάμιξη. Και αν τελειώσουν τη δουλειά στη Βενεζουέλα, ακολουθούν η Κούβα, η Νικαράγουα, ακόμα και η (κάποτε στρατηγική σύμμαχος) Κολομβία ή η Γροιλανδία -και ας κείται σε άλλη ήπειρο. Μια Κούβα που την βλέπουν όπως κάποτε ο Περικλής την Αίγινα: σαν σκουπιδάκι στο μάτι τους.

Η κανονικότητα κείται μακράν.

Σε ένα μακρινό και εξιδανικευμένο παρελθόν, όπου η ύπαρξη του σοβιετικού «αντίπαλου δέους» δε γινόταν πάντα επαρκής ασπίδα ενάντια στα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού, τις ωμές, αιματηρές επεμβάσεις του (Βιετνάμ, Γρανάδα κτλ), τις απαγωγές και τις δολοφονίες ηγετών -ακόμα και δικών του μαριονετών, όπως του Νοριέγκα στον Παναμά το 1989 ή τη θεαματική εκτέλεση του Σαντάτ, μπροστά στις κάμερες, το 1981 στην Αίγυπτο.

Όσοι πιστεύουν πως αυτά τα ανδραγαθήματα είναι αποκλειστικότητα του Τραμπ και των Ρεπουμπλικάνων, ζουν στο δικό τους συννεφάκι, όπου ο πραγματικός κόσμος κείται μακράν. Και όσοι ψάχνουν το «αντίπαλο δέος» στα BRICs, θα πέσουν πολλές φορές ακόμα από το δικό τους σύννεφο, βλέποντας το ξετύλιγμα της μοιρασιάς και το κυνικό παζάρι στο οποίο συμμετέχουν οι «προστάτες των λαών», ξεπουλώντας τους «συμμάχους» τους.

Τα προσχήματα κείνται μακράν

Δε χρειάζεται η έγκριση κανενός ΟΗΕ, Κονγκρέσου, ΕΕ και άλλων διακοσμητικών κομπάρσων. Και η δικαιολογία για τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών είναι για τα μικρά παιδιά που ζητάν με γράμματα από τον Άι-Βασίλη παγκόσμια ειρήνη. Κι αν βάλεις τις ΗΠΑ να ελέγχουν την πηγή που τα παράγει, θα γίνει ό,τι και στο Αφγανιστάν: μια τρύπα στο νερό. Και μια μπίζνα με δισεκατομμύρια κέρδη -εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπεις. Είναι σα να βάζεις τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα και την ΕΛΑΣ να αναλάβει τη δίωξη ναρκωτικών και τη διάλυση των κυκλωμάτων. Χρειάζονται όμως μεγάλες δόσεις ναρκωτικών ουσιών, για να πιστέψεις πως η Pax Americana θα φέρει επί γης ειρήνη και δικαιοσύνη, σαν βασική της προϋπόθεση.

Η διορατικότητα κείται μακράν -για όσους πανηγυρίζουν τουλάχιστον. Εκτός κι αν θεωρούν κάποιοι πως τα (όποια) κοιτάσματα του Αιγαίου έχουν μαγικές ειρηνευτικές ιδιότητες, σε αντίθεση με το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, και θα μας φέρουν ευημερία και μακροχρόνια ειρήνη.

Η αλήθεια κείται μακράν, καλά κρυμμένη πίσω από την οργουελική διπλή γλώσσα των κυρίαρχων, που βαφτίζει το κρέας ψάρι και την απαγωγή «σύλληψη και δίκη».
Η δικαιοσύνη κείται μακράν. Δεν έχει καμία θέση εκεί που επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας και του ισχυρού.
Η αξιοπρέπεια κείται μακράν, θαμμένη στο μαύρο, λασπερό χρώμα που κρύβει μπόλικο πετρέλαιο. Αλλά δεν ευθύνεται αυτό για τη βρωμερή γλίτσα των κρατούντων.
Η νομιμότητα κείται μακράν. Αλλά δεν ήρθε η ώρα να την εξετάσουμε, όπως μας είπε ο Μητσοτάκης, επικαλούμενος το δικαίωμα της σιωπής σχετικά.
Το διεθνές δίκαιο κείται μακράν. Αλλά δεν ξέρεις με ποιον να θυμώσεις περισσότερο: με αυτούς που το καταπατούν βάναυσα, αυτούς που το παίρνουν σοβαρά ή αυτούς που το θυμούνται επιλεκτικά και υποκριτικά.

Η δημοκρατία κείται μακράν. Αλίμονο, όμως, σε όσους πίστεψαν πως η αστική δημοκρατία είναι κάτι άλλο, ριζικά διαφορετικό από τον αυταρχισμό, τα πραξικοπήματα και τις στρατιωτικές επεμβάσεις. Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος. Όπου δεν πέφτουν μόνες τους οι ανεπιθύμητες κυβερνήσεις, πέφτουν βόμβες. Εκεί που δεν πετυχαίνουν οι παρδαλές (αντ)επαναστάσεις, μιλάει η ωμή δύναμη των όπλων. Και η δημοκρατία τους βρωμάει φασισμό από μακριά, με τον ίδιο τρόπο που η ειρήνη τους φέρνει νομοτελειακά τον πόλεμο -και το σύννεφο τη βροχή.

Υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα ζητήματα-ερωτήματα.

Αν η «μπολιβαριανή δημοκρατία» ήταν η πρακτική εφαρμογή μιας παλιάς προγραμματικής θέσης του κόμματος για το ΑΑΔΜ και μια αντι-ιμπεριαλιστική κυβέρνηση. Τι βάθος είχε, τι δυνατότητες και τι περιορισμούς ανέδειξε; Τι ρόλο έχει ένα ΚΚ στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας; Και τι έκαναν στην πράξη οι κομμουνιστές της Βενεζουέλας; Βοήθησαν στην προώθηση επαναστατικών διεργασιών; Έμπλεξαν -ανεξάρτητα από τη θέληση και τις προθέσεις τους- στα γρανάζια μιας σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης; Ή της made in USA αντιπολίτευσης -στραβώνοντας το κλαδί από την ανάποδη;

Αν στα χρόνια του Τσάβες υπήρχε άλλη δυναμική, με τον λαό στο προσκήνιο να αποτρέπει με μαζικές διαδηλώσεις μια αντίστοιχη εξέλιξη (πραξικόπημα και απαγωγή του ηγέτη του). Αν ο Μαδούρο είναι ένας ηγέτης με σαφώς μικρότερο ανάστημα, και ορισμένα φαιδρά χαρακτηριστικά, που δε στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Και αν η δική μας οπτική πρέπει να ξεφεύγει από τα μεμονωμένα άτομα, να βλέπει τον ρόλο της προσωπικότητας σε συγκεκριμένο πλαίσιο, εξετάζοντας τις γενικές τάσεις και τους νόμους που τις καθορίζουν. Αν η εύκολη ήττα της βενεζολάνικης ηγεσίας και η εκ των έσω διάβρωσή της δείχνει ποιο ήταν το βάθος του πολιτικού της εγχειρήματος. Και τέλος, αν μια χώρα με πλούσια κοιτάσματα έχει καλύτερη υλική αφετηρία για να γίνει (και να συνεχίσει να είναι) ο αδύναμος κρίκος της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας ή πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις πιο ισχυρές πιέσεις -ακριβώς για αυτόν τον λόγο.

Αλλά δεν είναι η ώρα να ψάξουμε αυτές τις απαντήσεις, όπως θα έλεγε και ένας πρωθυπουργός.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Οι πρώην και οι επόμενοι - Φοβού τους πρώην και ψήφους φέροντας

Μετακείμενο, με σημειώσεις που τις έσβησε το κύμα της αμνησίας και της τεμπελιάς, αλλά δεν ήθελαν να φύγουν χωρίς να γίνουν κείμενο όταν μεγαλώσουν.

Κάθε σπίτι μια γωνιά του μικρού Χριστού; Όχι ακριβώς. Μα κάθε γειτονιά είναι ένα μικρό εργοτάξιο. Έρχονται για τον αγωγό που έσπασε, για τον δρόμο, για την οπτική ίνα, για τις γραμμές (του τρένου ή της άσπρης σκόνης), για κάτι κεραίες, για το ΚΑΦΑΟ. Ράβε-ξήλωνε, τρύπα-σκάψε, δουλειά να μη σου λείπει. Κάτι καινούριο μέρα-παραμέρα και εις διπλούν ή τριπλούν, γιατί δεν υπάρχει εργατικό κράτος και κάθε ιδιώτης-εταιρία κάνει τα δικά του. Παραγωγικός ορθολογισμός με αόρατη χείρα (που κινείται παλινδρομικά, σαν δείκτης κερδών) και μ-λ-κίες. Κι αν ρωτήσεις τους φίλους σου, διαπιστώνεις εμπειρικά ότι παντού έχουν μία από τα ίδια και νοσταλγούν τη χαμένη ησυχία τους. 

Μετακομίστε, μας έλεγαν, θα γνωρίστε ένα ήσυχο, ανθρώπινο περιβάλλον, μας έλεγαν.

Μικρός τσιγκλούσες τους μηχανικούς σφους να σου πουν το όραμά τους για τις πόλεις του μέλλοντος, με τα ιπτάμενα οχήματα, τις αερογραμμές του τρένου και την πλήρως ελεγχόμενη αυτοματοποιημένη κίνηση. Και είκοσι χρόνια μετά έρχεται η αληθινή ζωή να σε προσγειώσει στην μπαλωμένη άσφαλτο, με ένα σύνθημα των τεχνικών που ήθελαν να σκάψουν κάτω απ’ το αμάξι και έγραψαν στη γειτονιά: ΜΗΝ ΠΑΡΚΑΡΕΤΕ! Και ούτε ένα «σε αγαπώ» ή «μετακομίστε στο μέλλον της ανθρωπότητας» που θα είναι κόκκινο σαν το σπρέι τους και δε θα ξεθωριάσει ποτέ.

-.-

Οι πρώην είναι έρωτας, κόλλημα αξεπέραστο. Και βασικά φταίνε για όλα. Ιδίως αν πρόκειται για σχέση ζωής, όπως με το κόμμα ή την οργάνωση.

Οι πρώην είναι ξαναζεσταμένο φαγητό που δεν τρώγεται με τίποτα αλλά λυπάσαι να το πετάξεις -τα παιδάκια στην Αφρική είναι πάντα ένας καλός ανθρωπιστικός λόγος να ξανακυλήσεις σαν εξαρτημένος.
Μερικοί το προτιμούν καυτό -και μετά φυσάν και το γιαούρτι, αφού καούν στον οργανωτικό χυλό.
Κάποιοι το προτιμούν κρύο, όπως την πίτσα, τα γεμιστά ή τα ντολμαδάκια -τυχαίο παράδειγμα, χωρίς πολιτικές προεκτάσεις
Αλλά κανείς στα χρονικά δεν το προτιμά ξαναζεσταμένο.
Και η κουζίνα του μέλλοντος προφανώς δε θα έχει έτοιμες μαγικές συνταγές για όλα. Ό,τι φαγητό και αν μας σερβίρει, όμως, δε θα είναι μια απλή επανάληψη του παρελθόντος, με μπαγιάτικα υλικά και οράματα.

Οι πρώην είναι γυαλί που ράγισε, μαζί με την καρδιά μας. Και δεν ξανακολλά. Κι όσοι παν να συγκολληθούν τεχνητά στην κάλπη, είναι σαν το παιδάκι που βάζει τα θρύψαλα του καθρέφτη στη θέση τους, για να μην το καταλάβει η μαμά του και το μαλώσει. Καθρέφτη-καθρεφτάκι μου ποιος είναι ο πιο αριστερός; Και έναν καθρέφτη συνεχώς έχω μπροστά μου, σχετικά αντικειμενικό μες στην παραμόρφωσή του. Καθρέφτης σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω. Αλλά ο καθρέφτης έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε.

Οι πρώην είναι το δις εξαμαρτείν ου κόμματος σοφού, γιατί διδασκόμαστε από την πείρα μας, χωρίς να ξεπέφτουμε στη λαθολογία του συρμού, όπως διάφοροι επαγγελματίες λαθολόγοι. Και μην απορήσεις αν δεις τα ίδια άτομα που μας χτυπάν τη Βάρκιζα (τέλος) να αποφαίνονται με ύφος πως το ΚΚΕ υποτιμά και αποκηρύσσει την πείρα του ΕΑΜ -που οι ίδιοι αντιθέτως τιμούν, αλλά Βάρκιζα τέλος και ντροπή σε όσους την υπέγραψαν.

Οι πρώην είναι πάντα οι καλύτεροι, που κανείς δεν μπορεί να τους φτάσει και να συγκριθεί μαζί τους. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να τα νοσταλγείς, να λειαίνεις τις γωνίες, τις άσχημες αναμνήσεις. Πιες σε όλες τις ωραίες μας στιγμές και ξέχνα βολικά τις υπόλοιπες. Ναζνταρόβιε.

Οι πρώην είναι πάντα οι χειρότεροι, αυτοί που φταίνε για όλα και την καμένη γη που παραλάβαμε. Προδότες, ανανήψαντες, υποκριτές, που στρέφονται εναντίον μας με τον μεγαλύτερο ζήλο, όπως οι βασανιστές της Μακρονήσου, για να ξορκίσουν το παρελθόν τους, που έδειχνε πως θα είχαν γίνει άλλοι.

Το αποτύπωσε ωραία σε ένα σκετς του ο Χάρρυ Κλυνν, στα χρόνια της Περεστρόικα (λίγο πριν γίνει πρώην και αυτός), με το αχτίφ και τον ινστρούχτορα που ρωτάει τα Κνιτάκια: ποιος είναι ο μεγαλύτερος προδότης στην ιστορία του κινήματος;

-Ο Στάλιν, κύριε. -Μπράβο, παιδί μου.
-Ο Χρουτσόφ, κύριε. -Εύγε και γεια.
-Ο Γκορμπατσόφ, κύριε. Χάνει το χρώμα του, χαστουκίζει τον Κνίτη.
-Λέγε, ρε, ποιος σου έδωσε τα θέματα της επόμενης χρονιάς...

Σε ένα άλλο σκετς του, ο Χάρρυ Κλυνν έψαχνε τη ρίζα του κακού, που έπρεπε να την ψάξουμε στο παρελθόν, πριν την Αλλαγή, πριν τη Χούντα, πριν τον εμφύλιο και την Κατοχή, πριν τον Μεταξά, πριν τον τυχοδιωκτισμό στη Μικρασία, πριν τους Βαλκανικούς, πριν, πριν, πριν... για να καταλήξουμε πως για όσα γίνονται φταίει αντικειμενικά ο... Καποδίστριας!
Αλλά τι φταίει και αυτός (ο Γιάννης) για τη μουσμουλιά του Σμαραγδή και όσους συρρέουν μαζικά να την δούνε; Λες να τους δίνουν τζάμπα πατατάκια (αστικά) και ποπ κορν;

Οι πρώην είναι η μεγαλύτερη δύναμη -πρώτο κόμμα- της Αριστεράς. Μια αστείρευτη δεξαμενή ψήφων, οπαδών, απεργών ή μαύρων σκυλιών που πέρασαν απέναντι, όπου μπορείς να βρεις τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές (χωρίς κόμμα). Αυτοί που έκαναν κάποτε το μεγάλο βήμα και οργανώθηκαν, και ύστερα δύο βήματα πίσω, ακολουθώντας τις οδηγίες του Βλαδίμηρου και μένοντας τώρα με τη λενινιστική απορία «τι να κάνουμε». Μα ίσως κάτι κράτησαν και αν γίνεις μια φορά κόκκινος, μένεις τέτοιoς για πάντα. Να δεις που πάλι σύντροφοι θα ’μαστε στους αγώνες...

Το ίδιο το ΚΚΕ είναι μια συλλογή πρώην (σφων και στιγμιότυπων), συνθηκών που άλλαξαν, παλιών ιδεών που ωρίμασαν σε μια πορεία χρόνου, σχημάτων που ξεπεράστηκαν. Πρώην Φεντερασιόν, πρώην ΣΕΚΕ, πάλαι ποτέ παράνομο, πάλαι ποτέ με την Αλλαγή και τη θεωρία των σταδίων, πρώην ΑΑΔΜ, κάποτε με την ανεξάρτητη Μακεδονία, πάντα με το γεωγραφικό όνομα της πρώην ΠΓΔΜ, σταθερά και διαχρονικά με τους εργάτες και την επανάσταση.

Το κόμμα έχει μια μεγάλη αγκαλιά για όποιον (ξανα)σηκώνεται -επιτρέπεται να πέσει, επιβάλλεται κτλ- αλλά όχι πάντα, όχι ακριβώς. Φοβού τους πρώην και ψήφους φέροντας. Αλλά ακόμα και αν κάποια επαναπροσέγγιση δεν πήγε πολύ καλά, δε χρειάζονται αφηρημένες γενικεύσεις, ούτε λιγότερη μεγαθυμία. Απλώς πιο προσεκτικά κριτήρια, λογικά και όχι τόσο εκλογικά. Ναι στην εκλογίκευση, αλλά χωρίς κάλπες.


Και γιατί μας τα λες τώρα όλα αυτά, Απολίθωμα; Πώς συνδυάζονται όλα τα παραπάνω; Μήπως είναι καλύτερα να γίνεις πρώην από το να σε έχουν παρκαρισμένο σε καμιά εδαφική και να ενοχλείς όσους θέλουν να δουλέψουν;

Πολύ καλή ερώτηση, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τη σωστή απάντηση-αφορμή. Ίσως να ήταν ένας πρώην Πασόκος, που έγινε πρώην ροζ Πασόκος και έβλεπε στα δόντια τους άλλους πρώην -που δεν ήταν καθαροί, σαν την αφεντιά του- αλλά μας άφησε παρακαταθήκη την ομοφοβία του, πριν γίνει πρώην ΚΚΕ και γεμίσει το κενό της ζωής του, φτύνοντας εκεί που έγλειφε, σαν γνήσιο άτομο με αρχές. Ή κάτι άλλοι πρώην που είχαν όλους τους λόγους του κόσμου να τον εκθέσουν, αλλά παραλίγο να τον κάνουν μάγκα με μια λαθροχειρία χωρίς λόγο ύπαρξης.

Ίσως να ήταν ένας άλλος πρώην που ξαναπροσέγγισε με θόρυβο και μεταφράσεις το κόμμα, για να το εγκαταλείψει με πάταγο, επειδή αυτό εγκατέλειψε τον αντι-ιμπεριαλισμό (δηλαδή τη Ρωσία) και τις θέσεις του για τα ομόφυλα -το μάθατε πρώτοι εκεί, εμείς όλα τελευταίοι τα μαθαίνουμε. Και κατάφερε να αποχωρήσει από μια προσωποπαγή οργάνωση, που τον αποχαιρέτησε με πολιτικό πολιτισμό, σαν γυρολόγο, τύπου: του ευχόμαστε καλή συνέχεια στον επόμενο σταθμό της καριέρας του.

Ίσως φταίει απλά ο παλιός ο χρόνος, που κοντεύει να γίνει πρώην και θέλει να κλείσει κάποιες εκκρεμότητες, πριν συμπυκνωθεί ιστορικά στις μνήμες μας. Κι άλλος τέτοιος να μη μας βρει. Αρκεί να μη μας κάνει το ’26 να τον νοσταλγήσουμε. Και οι πρώην είναι συνήθως οι καλύτεροι χειρότεροι -καλή ώρα αυτός που διαβάζετε...

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Πόλη ανάδελφη

Μισεύω/γυρίζω και τα μάτια μου δακρύζουν παγωμένα
Αχ Σαλούγκα μου γλυκιά/θες τσεκούρι και φωτιά (σαν το ’17)
Αχ Σαλούγκα μου γλυκιά/σφυρί, δρεπάνι και γροθιά (σαν το ’17)


Τι κάνει ένα έθνος να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα; Έχει αντικειμενική υπόσταση/οντότητα ή είναι νοητική κατασκευή; Και αν το ένα δεν αποκλείει απαραίτητα το άλλο και πρέπει να ψάξουμε ποιο είναι το πρωτεύον; Και τι άλλο θα ήταν αυτό πέρα από την παραδοχή πως τα έθνη είναι ένα ιστορικό φαινόμενο, οργανικά συνδεμένο με την εμφάνιση-εξέλιξη του καπιταλισμού και την επιδίωξη των αστικών τάξεων να βγουν στο προσκήνιο και να δημιουργήσουν ενιαίες μεγάλες αγορές; (Αυτό δηλαδή που τις ωθεί σήμερα να παραχωρούν κομμάτι της εθνικής κρατικής κυριαρχίας σε διακρατικές, ιμπεριαλιστικές ενώσεις, χωρίς να απεμπολούν όμως την εθνική βάση δράσης και εκπροσώπησής τους).

Κι αν τέλος πάντων έπρεπε να φέρουμε τον σφο με το μουστάκι και την εργασία του για το εθνικό ζήτημα, στον 21ο αιώνα, ποια θα διακρίναμε ως τα γνωρίσματα ενός εθνικού κράτους; Μην είν’ θρησκεία με θεό τον Γκάλη, Ολυμπιακάρα και ξερό ψωμί και ΠΑΟ ολέ και γκολ με το τσουβάλι και τρίποντα; Αν ήταν έτσι, θα ’χαμε άσβερκους όρτοντοξ μπρατς για πατριώτες και το ξανθό γένος του Βλαδίμηρου (όχι του Τκατσένκο). Και αν η μυρωδιά των μπούρεκ σε μια pekara στο Μπέογκραντ ή μιας πλεσκάβιτσα σε στρόγγυλο ψωμάκι δε σε γυρίζει στα παιδικά σου χρόνια, που είναι η μόνη μας πατρίδα, δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά.

Οι προλετάριοι χρειάζονται πάντα παυσίπονα, για να αντέξουν τη σύγχρονη κοιλάδα των δακρύων και την Ελλάδα των Τεμπών -που είναι κομμένη στα δύο, ταξικά παρά γεωγραφικά. Αλλά το σύγχρονο όπιο των λαών είναι η στρογγυλή θεά κάθε απόχρωσης. Μπάλα είναι και γυρίζει, σαν τον τροχό της ιστορίας, που μένει κολλημένος στη λάσπη, σε ακατάλληλα γήπεδα και συνθήκες, σαν τις εκλογές. Ή τα μυαλά των παιδιών στην κερκίδα, που είναι υπάλληλοι και σκοτώνουν κάθε ελπίδα, και γενικώς ό,τι κινείται -για να αλλάξει.

Και μετά... Μετά... Μετά πήγε και έπεσε στον γκρεμό και στο κενό μεταξύ πραγματικότητας και ΕΤΕ. Όρκο παίρνω καλό κείμενο μπορεί να γινόταν. Αλλά η κε του μπλοκ έχει απομακρυνθεί χωροχρονικά και ψυχικά από το ταξίδι στη ΛΔ του Βορρά, για να πιάσει το νήμα των συνειρμών που γεννήθηκαν στη διάρκειά του. Ό,τι ακολουθεί είναι απλώς μια μικρή διάσωση σπαραγμάτων, σαν ερείπια της μνήμης και άλλοθι στον ψυχαναγκασμό μου να μην αφήσω εκκρεμότητες και ατελή προσχέδια σημειώσεων.

Σαν βγεις στον πηγαιμό για τη ΛΔ, διαβάζεις τα νέα των Αθηνέζων -σε site και ομαδικές συνομιλίες. Βροχές, πλημμύρες, κατακλυσμός, δευτέρα παρουσία -χωρίς σοσιαλισμό. Ακυρώνονται μαθήματα, πιλάτες, εγχειρίσεις, ραντεβού για νύχια, κλείνουν τα σχολεία, παίρνουν άδειες ειδικού σκοπού για τη δουλειά. Σε ρωτάνε ανήσυχοι οι φίλοι σου τι γίνεται κάτω, παίρνεις το σκυθρωπό, αγέλαστο βλέμμα που αρμόζει στη σοβαρότητα της κατάστασης και απαντάς λιτά και δωρικά: έβρεξε. Μία λέξη, μία πόλη, ένα δράμα.

Την ίδια στιγμή, τα Γιάννενα πλημμύρισαν από γέλια μέχρι δακρύων. Και εσύ βλέπεις την πρόβλεψη του καιρού για μια πόλη γεμάτη υγρασία και ερωτισμό, που κάνει το μαλλί σου Κατσαρό (σαν της Μόνικα στα Μπαρμπέιντος) και σου δίνει εφόδια για την ξηρασία του μέλλοντός μας. Βροχές, ψιχάλες, έντονες βροχοπτώσεις και λίγες καταιγίδες για ποικιλία. Κι η λιακάδα θα ’ναι μόνο, κάνα δυο φορές τον χρόνο. Μια ψιχάλα απ’ τη ζωή μας, ολόκληρη η δική τους...

Ένας φίλος λέει πως στην Αθήνα δε βρέχει ποτέ κι οι συνάδελφοί του τον παίρνουν στο ψιλό. Αλλά αυτός ξέρει -γιατί έχει σπουδάσει στην Πάτρα. Ξέρει πως δε βρέχει ποτέ -δηλαδή σπάνια, ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα και την κατάρα του Ποσειδώνα για μια πόλη που ονειρεύεται τα λιβάδια της Ποσειδωνίας και το καλοκαίρι βλέπει τις ελιές της να ξεραίνονται από λειψυδρία.

Θα τα βρούμε τα πράσινα λιβάδια
Θα το βρούμε το μαγικό νερό.
Φλερτάρω με τον θάνατο ή με τη ζωή
Δεν είναι πια δική μου επιλογή

Στην Αθήνα, λοιπόν, δε βρέχει. Όταν βρέχει, βασικά ψιχαλίζει για λίγη ώρα και σταματά. Αν βρέξει δυνατά, δε θα είναι για πολλή ώρα. Και αν κρατήσει πολύ, αντίο ζωή. Η πόλη βουλιάζει, σπίτια πλημμυρίζουν, χάνει η μάνα το παιδί, που κάνει τα θρανία του γέφυρα για να γλιτώσει, ενώ η γιαγιά περιμένει το κλαρκ για να βγει από τον ηλεκτρικό και ο μπαμπάς μπορεί να ζει τον μύθο του εγκλωβισμένος σε ένα αστικό, που βουλιάζει κάθε νύχτα στη στεριά.

Οι Αθηνέζοι αντιμετωπίζουν τη βροχή, όπως οι Ινδοί το χιόνι (σαν εξωτικό, ακραίο καιρικό φαινόμενο) κι είναι ικανοί να πνιγούν σε μια κουταλιά νερό. Στην άλλη μισή Ελλάδα γελάνε ειρωνικά, όχι επειδή έχουν καλύτερες πόλεις, απλώς γιατί έχουν συνηθίσει -τη βροχή, τις πλημμύρες, τους δρόμους που γίνονται ποτάμια (επειδή χτίστηκαν πάνω σε ποτάμια), τα μπαζωμένα ρέματα κτλ. Όλες οι πόλεις μας είναι απέραντα μπουρδέλα χωρίς φωτάκια -σχέδιο πόλης κι αμοιβές για τους ενοίκους. Και η πιο σοβαρή «αντιπλημμυρική προστασία» τους είναι η ηλιοφάνεια και το αμφιθεατρικό τους χτίσιμο (αν έχουν).

Ναι αλλά ποτίστηκε η αττική γη, σκέφτεσαι. Να γλιτώσουν τουλάχιστον τα δεντράκια. Κι ύστερα διαβάζεις για το ιστορικό χαμηλό στα αποθέματα νερού και τον οξυμένο κίνδυνο για γενικευμένη λειψυδρία στο λεκανοπέδιο. Το αθηνέζικο κράτος είναι η καλύτερη εισαγωγή στη διαλεκτική ως τέχνη των αντιθέσεων -όπως όταν διψάς, σχεδόν κορακιάζεις, αλλά σε πιέζει η φούσκα σου για τουαλέτα. Ή όταν έχεις βουλιάξει στην αρχαία σκουριά της σοσιαλδημοκρατίας και μιλάς για ανανέωση, με όχημα κόμματα της σειράς που πάνε κατευθείαν στην πολιτική ανακύκλωση.

Σε λίγα χρόνια, η αθηναϊκή πολιτεία θα είναι σαν σκηνικό του Γκοσινί στην «Κούρσα του Μισισσιπή», όπου ο ποταμός πλημμυρίζει και ξεραίνεται πιο γρήγορα από τη σκιά του (1 Mississipi, 2 Mississipi) και τα ψάρια έμεναν για λίγο μετέωρα στον αέρα πριν πέσουν ψόφια στο νερό -ή ό,τι είχε μείνει από αυτό.

Η Σαλούγκα όμως σε ποιο έθνος-κράτος ανήκει;

Κλιματικά μιλώντας είναι αλλού, σχεδόν Ευρώπη, απέραντος βάλτος όπου ευδοκιμεί ο φασισμός και η σπορά των ηττημένων του '45. Δεν έχει τυχαία ως τοπόσημο ένα αφηρημένο έργο με ομπρέλες -και ας μην την βοηθάν τόσο να μην πνιγεί στο φασιστικό σκατό και τους νοσταλγούς της χούντας. Πρέπει να βρει πολλές ιδέες εξάλλου για να καλύψει το χνάρι της Φεντερασιόν και του δικού της Μάη (του '36).

Θρησκεία της έχει το κέρδος και τον επιχειρηματία της ομάδας -όπως ακριβώς οι χαμουτζήδες. Ποντάρει στον θρησκευτικό τουρισμό για ανάκαμψη, αλλά έμεινε χωρίς τα τουριστικά στίφη του απόκληρου ξανθού γένους. Και γκρινιάζει για τις λιγοστές αφίξεις επισκεπτών, αλλά αυτή είναι η βασική της ελπίδα να κρατήσει κάτι αυθεντικό στην ταυτότητά της -αν υποθέσουμε ότι της έχει μείνει κάποια.

Διατροφικά βάζει ένα σωρό μπαχάρια για να κρύψει τις αδυναμίες της και είναι μια μικρογραφία της Πόλης -που είναι καλύτερο να την φάμε, παρά να την πάρουμε πολεμώντας- με θέα στη Μεσόγειο και συνταγές δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών. Η κουζίνα είναι άλλωστε το μοναδικό προϊόν που εξάγει -κυρίως στο κράτος των Αθηνών.

Γλωσσικά, βγάζει κουτσά-στραβά συνεννόηση με την υπόλοιπη Ελλάδα, εκτός αν μιλάμε για φαγητό -πιτόγυρα και κασέρια (όπως λέμε cheese, queso ή Käse). Αλλά μιλά με το ζόρι κάποιας μορφής ελληνικά, ενώ κάποτε οι κάτοικοί της ήξεραν τα βασικά σε 4-5 ιδιώματα τουλάχιστον, για να συνεννοούνται μεταξύ τους. Ποιος είπε πως η εξέλιξη είναι πάντα συνυφασμένη με την πρόοδο;

Μουσικά παν να γίνουν όλα ίσωμα, στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου χωριού, με κοινοτάρχη-δισκοβόλο τις ΕΠΑ. Αλλά η Σαλούγκα διατηρεί ισχυρά οθωμανικά κατάλοιπα και μια χάλκινη, μακεδονική ψυχή, που την κρατά σε επαφή με τους γείτονες, όταν δεν επικρατεί ο θόρυβος και η μαστούρα της εθνικιστικής υστερίας-καθαρότητας.

Όσο για πολιτισμό, επικαλείται κάτι βαρύγδουπα τρισχιλιετή ιστορικά σχήματα, που είναι σαν τα χοντροκομμένα ψέματα που βάζεις για να γεμίσεις τα κενά στο βιογραφικό σου.

Παρά τις ελαφριές, σχεδόν κωμικοτραγικές καταστάσεις που ζει -σαν το Μετρό της και την ιστορία του Ραφαηλίδη- είναι σε όλα της πιο βαριά: από τον ουρανό και το κλίμα, μέχρι τις γεύσεις και τα πιάτα της (για να αντιμετωπίσει το κρύο). Κι από τη βαριά παλικαρίσια αναπνοή ή την προφορά του λάμδα, μέχρι το μακιγιάζ και τα ρούχα των γυναικών της. Ή τις προοπτικές που (δεν) ξανοίγονται στον ορίζοντα, μια μέρα τυλιγμένη στην ομίχλη.

Και είναι τρομερό -σχεδόν διαλεκτικό- πώς η πόλη αυτή βαυκαλίζεται πως έχει μείνει αναλλοίωτη στον χρόνο, λες και ανήκε στη χώρα των Βάσκων, ανακαλύπτοντας παράλληλα μια σειρά φαντασιακούς ιστορικούς δεσμούς και αφηγήματα στη θέση όλων αυτών που την συνδέουν με τη βαλκανική γειτονιά της. Κι αν είσαι μουσικό συγκρότημα καλύτερα να μην παίζεις, να μη γελάς και απλά να σωπαίνεις με τόση εθνικιστική βλακεία γύρω μας. Αλλά πώς να σωπάσεις μέσα σου την ομορφιά του κόσμου.

Κι ενώ απολαμβάνεις στην Τούμπα (στο Maple της Διαγόρα) το καλύτερο βάσκικο τσιζκέικ των Βαλκανίων και έχει πέσει ο μισός Ατλαντικός πάνω σου μες σε ένα τριήμερο, πετυχαίνεις τα τοπικά τάγματα εφόδου του Ιβάν να φωνάζουν χωρίς προφανή λόγο: Πουτάνας γιοι αναρχικοί! -ζέσταμα μετά το ντέρμπι για το επόμενο ΕΠΑΛ. Και αν καθαρό τον βρήκες τον ουρανό μας, δε σε γέλασε, ούτε σου έδωσε ποτέ δείγματα πως θα είναι εύκολη και ανέφελη η έφοδός μας σε αυτόν.

Κάπου εκεί παραδίδεις πνεύμα -αλλά όχι τα όπλα. Παραγγέλνεις δέκα βάσκικα για τον δρόμο. Και αναφωνείς: Αθήνα, αγάπη μου. Έλα πάρε με από εδώ...